βράσσων
βράσσων, ον, Homeric Comp. of βραχύς (q. v.).
βράσσων, compar. de βραχύς, v. ce mot.
βράσσων, ον, Kompar. zu βραδύς ; νόος Il. 10.226 ; vgl. Herodian. μονήρ. λέξ. p. 37.5 ; Apollon. Lex.Homer. p. 53.7 ; Scholl. D Il. 10.226 βράσσων : βραδύτερος, ἐλάσσων· ἢ ταρασσόμενος καὶ ἀκαταστατῶν, μεταφορικῶς ; Cramer. Anecd. Paris. 3 p. 87.7. S. unter βραδύς, βραχύς und βράζω.
βράσσων
[comp. fr. βραχ-ύς, short.]
Shorter: νόος (of shorter reach) Il. 10.226.