γυμνότης
γυμνότης, nakedness
Could not find γυμνότητι in Logeion dictionaries.
γυμνότητι Noun: feminine dative singular of γυμνότης
- nakedness, LXX De. 28.48, Ep.Rom. 8.35, M.Ant. 10.27; γ. ψυχική Ph. 1.77.
- 2 bare statement, τῶν προτάσεων D.H. Rh. 10.6.
1 desnudez
γ. καὶ ὅλου καὶ μέρεος
διὰ γυμνότητα καὶ κρύος οὐ προθυμουμένων
ἡ αἰσχύνη τῆς γυμνότητός σου
ἐν λιμῷ καὶ ἐν δίψει καὶ ἐν γυμνότητι
• fig. ref. la sencillez o la pureza
ἵν' ὑπομιμνῃσκώμεθα ... τῆς καθαρότητος καὶ τῆς γυμνότητος
Ἰακὼβ γυμνότητος ἐρᾷ ψυχικῆς
2 ret. concisión, parquedad, falta de adornos
μία ... ἀτεχνία ἡ τῶν προτάσεων γ.
Strong 1132
nakedness: Ro 8:35, II Co 11:27, Re 3:18.†
- nakedness, NTest.