γυναικίας
γυναικίας, a weakling
γῠναικ-ίας, ου, ὁ,
- = γύννις, weakling, Eup. 124 (dub.), Luc. Pisc. 31, Lib. Or. 64.64.
marica, afeminado
ὑποκριτὴς ... μαλθακὸς ... καὶ γ.
δήσαντες ... τοὺς γυναικίας ἦγον ὀπίσω
οὐκ ... γυναιξὶ προσέχων τὸν νοῦν ἀνεφάνη γ.
γ. καὶ κίναιδος κωμῳδεῖται
de Cleócrito
• cobarde Eust.1261.60.
γυναικίας, ου (ὁ) [ῠ] homme efféminé, Luc. Pisc. 31.
Étym. γυνή.
γυναικίας, ὁ, Weichling, Luc. Pisc. 31 u. Sp.
γυναικίας
= γύννις,
- a weakling, Luc.