γυμνοποδέω
γυμνοποδέω, go barefoot
γυμνο-ποδέω,
- go barefoot, Socr. Ep. 13.
ir, andar descalzo
Ἀντισθένης
δεῖ ... γυμνοποδεῖν, ἵνα φανῶσιν οἱ πόδες ὡραῖοι τῶν εὐαγγελιζομένων εἰρήνην
γυμνοποδέω-ῶ (seul. prés.) aller pieds nus, Socr. Ep. 13 ; Naz. 2, 649 b Migne.
Étym. γυμνόπους.
γυμνοποδέω, barfuß gehen, epist. Socr. 13.