γυμνοπόδης Save LSJ DGE Pape γυμνο-πόδης, ου, ὁ, = γυμνόπους, Suid. γυμνοπόδης -ου, ὁ descalzo Hdn.Epim.212, Sud. γυμνοπόδης, ὁ, nackt-, barfüßig, VLL.