γυμνοφανής
γυμνοφανής, appearing naked
γυμνο-φᾰνής, ές,
- appearing naked, πόρναι Lyd. Mag. 3.65.
que aparece desnudo
πόρναι
ὁ θεὸς ... ᾧ πᾶσα γ. βλέπεται καρδία
γυμνοφανής, appearing naked
que aparece desnudo
πόρναι
ὁ θεὸς ... ᾧ πᾶσα γ. βλέπεται καρδία