γυναικεῖος
γυναικεῖος, of or belonging to women
- of or belonging to women, feminine, γυναικεῖαι βουλαί a womanʼs designs, Od. 11.437; λουτρόν Hes. Op. 753; ἔργα Hdt. 4.114; κόσμος Pl. R. 373c; σκεῦος (i.e. woman) 1 Ep.Pet. 3.7; γ. αἰδοῖον, τόποι, χῶροι, Gal. UP 15.3, Aret. SA 2.11, CA 2.10; κόλπος ( = αἰδοῖον) Sor. 1.16; ῥοῦς leucorrhoea, Id. 2.43; γονόρροια Aret. SD 2.11; ἰατρός Sor. 2.3; γ. ἀγορά Thphr. Char. 2.9; ἡ γ. θεός, = Lat. bona dea, Plu. Caes. 9, Cic. 19; γ. πόλεμος war with women, AP 7.352 (Mel. (?)).
- 2 in bad sense, womanish, effeminate, πένθος Archil. 9.10; δράματα Ar. Th. 151; μαθήματα Pl. Alc. 1.127a; γ. καὶ σμικρὰ διάνοια Id. R. 469d. Adv. -είως, πικραίνεσθαι Id. Lg. 731d; ἐμπικραίνεσθαι Eus.Mynd. 54; διακεῖσθαι D.C. 38.18.
- II as Subst.,
- 1 ἡ γυναικεία, Ion. -ηΐη, = γυναικών, part of the house reserved for the women, Hdt. 5.20, LXX To. 2.11.
- b ἡ γ. (sc. ἀγορά), Thphr. Char. 22.10.
- 2 τὰ γυναικεῖα partes muliebres, Hp. Epid. 1.4.5 [1.26.εʹ], Aret. SA 2.11.
- b = τὰ καταμήνια, Hp. Aph. 5.28, Arist. PA 648a31, al., LXX Ge. 18.11.
- c lochia, Gal. 17(2).817.
- d female disorders, title of works by Hp. and Sor., cf. Thphr. HP 4.8.6, Aret. CA 1.3.
- e (sc. φάρμακα) remedies for female complaints, Hp. Mul. 1.64.
- f womenʼs garments, PSI 4.341.7 (iii B. C.).
- 3 γυναικεῖον, τό, = στίβι, Dsc. 5.84.
I
1 de mujer, femenino
γυναικείας διὰ βουλάς
a causa de femeninos designiosτὰν γυναικεῖον ὄψιν ὀμμάτων
la visión de unos ojos de mujerνόσοι
de los celosπάθος
de una madre respecto a sus hijos
• de lo que por naturaleza es del sexo femenino
ἡ φύσις
Περὶ φύσιος γυναικείης
σώματα
γάλα
αἰδοῖον
κόλπος
τὰ μέρη
οἱ χῶροι
σπλάγχνον γ.
órgano femenino de la matrizπερὶ ῥοῦ γυναικείου
μίμημα γυναικείου τοκετοῖο
imitación del alumbramiento de mujer del nacimiento de Jesús
• σῶμα γ. perífr. por esclava, SEG 34.390.3 (I a./d.C.), FD 4.502B.6 (I d.C.),
σκεῦος τὸ γ.
perífr. por γυνή
2 de la mujer, propio de la mujer, femenino ref. a lo que culturalmente pertenece o se aplica al mundo de la mujer
λουτρόν
γυναικεῖοι πύλαι
ref. al gineceoγ. κόσμον
el atavío de la mujerἱμάτιά τε ἀνδρεῖα καὶ γυναικεῖα
γ. στολή
μύρα
πλόκαμοι
ἔργα
μαθήματα
γυναικεῖα μέλη
melodías cantadas por mujeresσύνοδοι
ἀσθένεια
• neutr. plu. como adv. a la manera de las mujeres
γ. ἐργάζονται
de los eunucos
• relativo a la mujer
γυναικεῖ' ... δράματα
piezas teatrales sobre mujeresἐπέων ... καλὴν φάτιν ... γυναικεῖον ... ἔτραπεν ἐς πόλεμον
aplicó el bello sonar de sus versos a una guerra contra las mujeres de Arquílocoμῖμοι γυναικεῖοι
mimos femeninos, e.e. de personajes y temas femeninos compuestos por Sofrónγυναικεῖοι ἰατροί
ginecólogos
3 propio de la condición de mujer despect. mujeril, femenil ref. a la astucia
δεῖ σε δὴ γυναικεῖόν τι δρᾶν
διαβολή
τάχιστα τλῆτε γ. πένθος ἀπωσάμενοι
resignaos cuanto antes dejando el dolor mujerilγυναικείαν ἄτολμον αἰχμάν
lanza mujeril falta de audaciaαἱ γυναικεῖοι κινήσεις
gestos demasiado femeninosγ. ... καὶ σμικρὰ διάνοια
λογισμοί
4 que es o representa a la mujer
εἴδωλον
γυναικεία θεὸς ἐρωτική
de Calisto
5 mús.
αὐλὸς γ.
flauta atiplada o de sonido agudo op. ἀνδρεῖος γ.
II subst. τὰ γυναικεῖα las cosas propias de las mujeres de donde
1 las mujeres
φῦλα γυναικείων
las clases de mujeres
• de donde prob. euf. en ginecología órganos sexuales de la mujer
καρδίης πόνος καὶ γυναικείων
εὐωδέων πρὸς τὰ γυναικήϊα ὑποθέσιες
γονόρροιαν γυναικείων
2 medic. menstruación, regla
γυναικεῖα ἐπιφαίνεσθαι
bajar la reglaδιὰ τὴν θερμότητα ... γινομένων τῶν γυναικείων
ἐκλιπεῖν τὰ γυναικεῖα
γυναικείων ἀγωγόν
ἡ τῶν γυναικείων περίττωσις
πεῖραν ἔχειν τῶν γυναικείων
3 medic. enfermedades de la mujer
χρῶνται δὲ οἱ ἰατροὶ πρός τε τὰ γυναικεῖα αὐτῷ (τῷ μνασίῳ)
4 medic. (sc. φάρμακα) fármacos para el tratamiento de mujeres
τῶν γυναικείων ὅ τι ἂν μάλιστα προσδέχηται πιπίσκειν
5 indumentaria femenina, PSI 341.7 (III a.C.).
III subst. ἡ γ., τὸ γ.
1 habitación de las mujeres, gineceo
γυναῖκας ... ἀπέπεμπε ἐς τὴν γυναικηίην
οἱ τὰς οἰκίας ἐκτ[η]μένοι τήν τε ἀνδρείαν καὶ τὴν γυναικ[εί]αν
ἡ γυνή μου Αννα ἠριθεύετο ἐν τοῖς γυναικείοις
• habitación, cubículo
προεργάσασθαι τὸ γ.
preparar con antelación la habitación para el parto
2 mercado de esclavas
μισθοῦσθαι ἐκ τῆς γυναικείας παιδίον τὸ συνακολουθῆσον
IV subst. τὸ γ.
1 antimonio en polvo usado por las mujeres griegas como cosmético para los ojos, Dsc.5.84 (cód.).
2 biz., lat. gynaecium, taller imperial de tejedoras, Cod.Iust.11.8.2, Cod.Theod.1.32.1, 9.27.7.
V adv. -ως a la manera de las mujeres, femenilmente frec. c. connotaciones despect.
μὴ ἀκραχολοῦντα γ.
ἀδύνατον ... γ. θρυπτόμενον ἀνδρῶδές τι φρονῆσαι καὶ πρᾶξαι
θρηνῶν καὶ γ. διακείμενος
γ. sollicita est
, está inquieta como mujer que es de Europa tras el rapto
1. van vrouwen, vrouwen-, vrouwelijk:
2. ongunstig verwijfd:
3. subst. Ion.
4. subst. geneesk.
a. vrouwelijke geslachtsdelen.
b. menstruatie.
• Adv. γυναικείως , z.B. πικραίνομαι Plat. Legg. V.731d.
-η, -ον
[γυναικ-, γυνή.]
Of a woman: βουλάς Od. 11.437.
- 1of women Ἀμαζονίδων τοξόταν βάλλων γυναικεῖον στρατόν O. 13.89 ἢ γυναικείῳ θράσειψυχρὰνφορεῖται πᾶσαν ὁδὸν θεραπεύων by a womanʼs impudence fr. 123. 8.
Strong 1134
female: I Pe 3:7.†
- Iof or belonging to women, like women, befitting them, feminine, Lat. muliebris, Od., etc.:— ἡ γ. θεός, the Roman bona dea, Plut.: γ. πόλεμος war with women, Anth.
- 2in bad sense, womanish, effeminate, Plat., etc.
- IIas Subst. ἡ γυναικηΐη = γυναικών, the womenʼs apartments, harem, Hdt.
-
…ἑπτακοσίας ἀσπίδας τῶν ἡμετέρων, ἔχοντες δὲ ἀργύριον καὶ χρυσίον τοσοῦτον, χαλκὸν δὲ καὶ κόσμον καὶ ἔπιπλα καὶ ἱμάτια γυναικεῖα ὅσα οὐδεπώποτε ᾤοντο κτήσεσθαι, καὶ ἀνδράποδα εἴκοσι καὶ ἑκατόν, ὧν τὰ μὲν βέλτιστα ἔλαβον, τὰ δὲ λοιπὰ…
Lysias, Speeches
-
…ἄμεινον, παῖδα δυωδεκαταῖον, ὅ τʼ ἀνέρʼ ἀνήνορα ποιεῖ, μηδὲ δυωδεκάμηνον · ἴσον καὶ τοῦτο τέτυκται. μηδὲ γυναικείῳ λουτρῷ χρόα φαιδρύνεσθαι ἀνέρα · λευγαλέη γὰρ ἐπὶ χρόνον ἔστʼ ἐπὶ καὶ τῷ ποινή. μηδʼ ἱεροῖσιν ἐπʼ αἰθομένοισι κυρήσας…
Hesiod, Works and Days
-
…δεσπότου πεπληγμένου · οἴμοι μάλʼ αὖθις ἐν τρίτοις προσφθέγμασιν. Αἴγισθος οὐκέτʼ ἔστιν. ἀλλʼ ἀνοίξατε ὅπως τάχιστα, καὶ γυναικείους πύλας μοχλοῖς χαλᾶτε · καὶ μάλʼ ἡβῶντος δὲ δεῖ, οὐχ ὡς δʼ ἀρῆξαι διαπεπραγμένῳ · τί γάρ ; ἰοὺ…
Aeschylus, Libation Bearers
-
…δόμοις γυναικοβούλους τε μήτιδας φρενῶν ἐπʼ ἀνδρὶ τευχεσφόρῳ, ἐπʼ ἀνδρὶ δᾴοις ἐπεικότως σέβαι. τίω δʼ ἀθέρμαντον ἑστίαν δόμων γυναικείαν ; τʼ ; ἄτολμον αἰχμάν. κακῶν δὲ πρεσβεύεται τὸ Λήμνιον λόγῳ · γοᾶται δὲ δὴ πάθος κατά πτυστον ·…
Aeschylus, Libation Bearers
-
…τοῦ πατρὸς τεθνεῶτος ; οὐκ ἄλλως λέγω. πότερʼ οὖν τὸν Ἑρμῆν, ὡς ὁ πατὴρ ἀπώλετο αὐτοῦ βιαίως ἐκ γυναικείας χερὸς δόλοις λαθραίοις, ταῦτʼ ἐποπτεύειν ἔφη ; οὐ δῆτʼ ἐκεῖνον, ἀλλὰ τὸν Ἐριούνιον Ἑρμῆν χθόνιον προσεῖπε, κἀδήλου…
Aristophanes, Frogs
-
…ἐν τῇ γῇ καρπὸς ἁδρός, τηνικαῦτα ἐσέβαλλε τὴν στρατιήν · ἐστρατεύετο δὲ ὑπὸ συρίγγων τε καὶ πηκτίδων καὶ αὐλοῦ γυναικηίου τε καὶ ἀνδρηίου. ὡς δὲ ἐς τὴν Μιλησίην ἀπίκοιτο, οἰκήματα μὲν τὰ ἐπὶ τῶν ἀγρῶν οὔτε κατέβαλλε οὔτε…
Herodotus, The Histories
-
…ἄνδρʼ ἐπεξειργάσω. τί φής, παῖ ; τίνʼ αὖ λέγεις μοι νέον, αἰαῖ αἰαῖ, σφάγιον ἐπʼ ὀλέθρῳ γυναικεῖον ἀμφικεῖσθαι μόρον ; ὁρᾶν πάρεστιν · οὐ γὰρ ἐν μυχοῖς ἔτι. οἴμοι, κακὸν τόδʼ ἄλλο δεύτερον βλέπω τάλας…
Sophocles, Antigone
-
…Λιβυστικαῖς γὰρ μᾶλλον ἐμφερέστεραι γυναιξίν ἐστε κοὐδαμῶς ἐγχωρίαις. καὶ Νεῖλος ἂν θρέψειε τοιοῦτον φυτόν, Κύπριος χαρακτήρ τʼ ἐν γυναικείοις τύποις εἰκὼς πέπληκται τεκτόνων πρὸς ἀρσένων · τοίας τʼ ἀκούω νομάδας ἱπποβάμοσιν εἶναι καμήλοις ἀστραβιζούσας, χθόνα παρʼ Αἰθίοψιν ἀστυγειτονουμένας…
Aeschylus, Suppliant Women
-
…πρὸς πολισσούχων θεῶν αὔειν, λακάζειν, σωφρόνων μισήματα ; μήτʼ ἐν κακοῖσι μήτʼ ἐν εὐεστοῖ φίλῃ ξύνοικος εἴην τῷ γυναικείῳ γένει. κρατοῦσα μὲν γὰρ οὐχ ὁμιλητὸν θράσος, δείσασα δʼ οἴκῳ καὶ πόλει πλέον κακόν. καὶ νῦν πολίταις…
Aeschylus, Seven Against Thebes
-
…ἔφατʼ, αὐτὰρ ἐγώ μιν ἀμειβόμενος προσέειπον · ὢ πόποι, ἦ μάλα δὴ γόνον Ἀτρέος εὐρύοπα Ζεὺς ἐκπάγλως ἤχθηρε γυναικείας διὰ βουλὰς ἐξ ἀρχῆς · Ἑλένης μὲν ἀπωλόμεθʼ εἵνεκα πολλοί, σοὶ δὲ Κλυταιμνήστρη δόλον ἤρτυε τηλόθʼ ἐόντι. ὣς…
Homer, Odyssey