About Report a problem

Menu

γυναικάνηρ

γυναικάνηρ, woman-man

γῠναικ-άνηρ [ᾰ], ανδρος, ὁ,
  • woman-man: dat. pl., γυναικάνδρεσσι Epich. 218, cf. Eust. 1132.32.

Saved

Recent