γυναικηρός
γῠναικ-ηρός, ά, όν,
- = γυναικεῖος, Diocl.Com. 4; γ. τρόπος Phryn. PS p.55 B.
afeminado s. cont., Diocl.Com.4,
γ. τρόπος
γυναικηρός, ά, όν [ῠ] c. γυναικεῖος, Diocl. (Bkk. 87).
γυναικηρός, = γυναικεῖος, τρόπος B.A. 31.