διανέμησις
διανέμησις, a distribution
Could not find διανέμησιν in Logeion dictionaries.
διανέμησιν Noun: feminine accusative singular of διανέμησις
- distribution, Arist. Mu. 401b13, J. AJ 4.8.22, Corn. ND 13, Plu. Ant. 54.
1 reparto, distribución ref. al destino
Νέμεσιν δὲ (οὖσαν) ἀπὸ τῆς ἑκάστῳ διανεμήσεως
ἡ κατὰ τὴν εἱμαρμένην δ.
ἡ τῶν ὅλων ποιητικὴ δ.
la distribución creadora del universoτομὴ ἢ δ. ἢ διάκρισις
δ. τῶν σπανιζόντων ... χήραις καὶ ... ὀρφανοῖς
ἡ δ. ἣν ἐποιήσατο τοῖς τέκνοις
οὐδὲ δήμευσις ἀλλοτρίων οὐδὲ κοινῶν δ.
τῶν χρημάτων
ἡ ἐκ πα[λαι]οῦ τῶν ἀρουρῶν δ.
ἀναλόγως τὴν διανέμησιν ποιούμενος
• distribución, disposición
τῶν τοῦ ἀνθρώπου ὀδόντων ἡ τετραχῆ δ. ὀγδοαδική πώς ἐστι
2 transferencia de propiedad
πράσεις ... ἢ ἄλλως διανεμήσεις καὶ εἰς ἕτερα πρόσωπα μεθίστανται κτήσεις
- a distribution, Plut.