διανηστισμός
διανηστισμός, breakfast
διανηστ-ισμός, ὁ,
- breakfast, Philem.Gloss. ap. Ath. 1.11d.
desayuno
οἱ παλαιοὶ ... ἀκρατισμὸν διανηστισμὸν ἔλεγον
διανηστισμός, οῦ (ὁ) le déjeuner, Ath. 11d.
Étym. *διανηστίζω, de διά, νῆστις.
διανηστισμός, ὁ (Vernüchterung), Frühstück, Ath. I.11d.