διβαφής Save LSJ DGE Bailly 2024 διβᾰφ-ής, ές, = sq., Sm., Thd. Ex. 25.4. διβαφής -ές teñido dos veces Al.Ex.25.4. δι·βαφής, ής, ές [ῐᾰ] teint deux fois, Spt. Ex. 25, 4. Étym. cf. le suiv.