διαψηφιστός
διαψηφιστός, elected
διαψηφ-ιστός, ή, όν,
- elected, ἀρχαὶ κρυπτῇ ψήφῳ δ. Arist. Rh.Al. 1424b2.
elegido por votación
αἱ δὲ μέγισται (ἀρχαί) κρυπτῇ ψήφῳ ... διαψηφισταί
διαψηφιστός, ή, όν, élu par un vote, Arstt. Rhet. Al. 3, 17.
Étym. vb. de διαψηφίζομαι.
διαψηφιστός, durch Abstimmen gewählt, Arist. rhet. Alex. 3. ἀρχαί.