Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διβόλητρος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
διαψηφισμός
διαψηφιστής
διαψηφιστός
διαψηφοφορέομαι
διαψηφοφορέω
διαψήχω
διαψιθυρίζω
διάψιλος
διαψοφέω
διάψυγμα
διαψυκτικός
διάψυξις
διαψύχω
διαψωμίζω
διαψωρικόν
διάω
ΔιϜάϜων
δίβαθμον
διβάλανα
δίβαμος
δίβαν
διβαφής
δίβαφος
Διβερανός
διβέρσιον
διβητήσιον
διβίκιον
Διβίκτος
διβολέω
διβολητός
διβόλητρος
διβολία
Διβολία
διβόλιον
διβολίς
δίβολος
δίβος
δίβουλος
δίβραχυς
δίβροχος
διγαμέω
διγαμία
δίγαμμα
δίγαμμον
δίγαμμος
δίγαμος
διγενής
Διγένης
Διγέστα
Δίγημα
δίγηρες
Δίγηροι
Διγλάθ
δίγληνος
δίγλυφος
διγλωσσία
δίγλωσσος
δίγλωττος
διγλώχιν
διγλώχινος
δίγμα
…
διβόλητρος
Save
LSJ
δῐβόλ-ητρος, ὁ, = foreg.,
PFay.
112.4 (i A. D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}