διαμφισβητέω
διαμφισβητέω, to dispute
Could not find διημφισβήτουν in Logeion dictionaries.
διημφισβήτουν imperfect active indicative 3rd plural, imperfect active indicative 1st singular of διαμφισβητέω
- dispute, disagree, πρὸς ἀλλήλους περί τινος Decr. ap. D. 18.185, cf. Arist. MM 1211a14; τινὶ περὶ μουσικῆς Ath. 8.351a; ἀρετῆς κτλ. Plu. An seni 2.787d; δ. περί τινος lay claim to, Arist. Pol. 1283b14; πρός τι ib. 1287b35; δ. ποῖα θερμὰ τῶν ζῴων Id. PA 648a24: abs., Id. Pol. 1283a30, CPR 1.20 (i A.D.), etc.:—Pass., διαμφισβητεῖται περὶ φιλίας οὐκ ὀλίγα not a few questions are debateable, Arist. EN 1155a32; τὰ διαμφισβητούμενα the points at issue, D. 44.57.
debatir, discutir sobre de abstr. c. constr. prep.
περὶ τῶν πολιτικῶν τιμῶν
πρὸς τὴν βασιλείαν
ὑπὲρ δὲ τῆς χρήσεως
• c. gen.
ἀρετῆς
• c. interr.
ποῖα θερμὰ ... τῶν ζῴων
• abs. Arist.Pol.1283a30, Plu.2.755e, Stud.Pal.20.1.20 (I d.C.), en un juicio
οἱ διαμφισβητοῦντες
los litigantes
• estar en desacuerdo con c. πρός y ac. de pers.
οἱ δανείσαντες πρὸς τοὺς ὀφείλοντας
πρὸς ἀλλήλους δ. περὶ τῆς ἡγεμονίας
πρὸς ἀλλήλους κατὰ τὴν ὑπεροχήν
• c. dat. de pers.
αὐτῷ περὶ μουσικῆς
• poner en cuestión c. ac. o dat. de abstr.
τοῦτο
ὅλῳ τῷ γένει
τύχη διαμφισβητοῦσα (ταῖς τοῦ πολέμου κατορθώσεσιν)
• en v. pas. ser debatido, ponerse en cuestión
διαμφισβητεῖται δὲ περὶ αὐτῆς οὐκ ὀλίγα
τὸ δὲ θερμὸν καὶ ψυχρὸν ... διαμφισβητεῖται
ἡ διαμφισβητουμένη χώρα
ἡ διαμφιζβητουμένη (sic) οἰκία
τὰ διαμφισβητούμενα
los asuntos sometidos a discusiónτὰ διαμφισβατηθέντα
- to dispute or disagree, πρός τινα περί τινος Dem.:—Pass., τὰ διαμφισβητούμενα the points at issue, Dem.