διαμυκτηρίζω
διαμυκτηρίζω, sneer at, mock thoroughly
διαμυκτηρίζω, strengthd. for μυκτηρίζω, D.L. 9.113.
escarnecer, burlarse de
τοὺς ἐμοὺς ... λόγους
• abs.
ἦν δὲ καὶ ὀξὺς νοῆσαι καὶ διαμυκτηρίσαι
δια·μυκτηρίζω (seul. ao. inf. -ίσαι) se moquer fortement de, acc. DL. 9, 113.
διαμυκτηρίζω, verspotten, DL. 9.113.