Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διάμοτον
διάμοτον, tent
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
διαμμοιρηδά
δίαμμος
διαμνημονευτέον
διαμνημονεύω
διαμνημονικός
διάμνια
διαμοιβή
διάμοιος
διαμοιράζω
διαμοιράομαι
διαμοιρασία
διαμοιράω
διαμοιρηδά
διαμοιρία
διαμοιριστής
διαμολεῖτε
διαμόλιβδος
διαμολύνω
διαμόλυσμα
διαμονή
διαμόνιμος
διαμονομαχέω
διάμονος
διάμορον
διαμορφής
διάμορφος
διαμορφοσκοπέομαι
διαμορφόω
διαμόρφωσις
διαμορφωτικός
διάμοτον
διάμοτος
διαμοτόω
διαμότωσις
Διαμούνας
διαμοχλεύω
διαμπάξ
διαμπείρω
διαμπερές
Διαμπερές
διαμπερέως
διαμπερής
διαμπερονάω
διαμυδαίνω
διαμυδαλέος
διαμυδάω
διαμύδησις
διαμυθέομαι
διαμύθησις
διαμυθολογέω
διαμυκτηρίζω
διαμυλλαίνω
διαμύνομαι
διαμύσσω
διαμφάδην
διαμφής
διαμφιβάλλω
διαμφίδιος
διαμφιέννυμαι
διαμφίς
διαμφισβητέω
…
διάμοτον
Save
διάμοτον, tent
LSJ
διάμοτ-ον, τό,
tent,
Paul.Aeg.
4.54.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}