Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δοκίτης
LSJ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δοκιμαστέος
δοκιμαστήρ
δοκιμαστήριον
δοκιμαστήριος
δοκιμαστής
δοκιμαστικός
δοκιμαστικῶς
δοκιμαστός
δοκιματογλύφος
δοκιμάω
Δοκίμεια
δοκιμεῖον
δοκιμεῖος
Δοκιμεύς
δοκιμή
Δοκιμῆθεν
Δοκιμηνός
δοκίμιον
δοκίμιος
Δοκιμίτης λίθος
Δοκιμῖτις
δόκιμος
Δόκιμος
δοκιμότης
δοκιμόω
δοκίμωμι
δοκίμως
δοκίον
δόκιον
δοκίς
δοκίτης
Δόκλεα
Δοκλεᾶται
δοκοειδής
δοκοθήκη
δοκοποιός
δοκός
δόκος
δοκοτέκτων
δοκούντως
Δοκούριος
δοκόω
δοκώ
δοκώδης
δόκωσις
Δολαβέλλας
δολάν
δολάνα
δόλαντρον
Δόλβα
δολβαί
Δολβαῖος
δολερία
δολερός
δολερῶς
Δόλεσος
δόλευμα
Δολεχηνός
δολέων
δολεών
δολία
…
δοκίτης
Save
LSJ
Pape
δοκίτης, ου, ὁ,
= δοκός II,
Suid.
δοκίτης
, ὁ, = δοκός 2); Sp.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}