δοκιμαστής
δοκιμαστής, an assayer, scrutineer
- examiner, scrutineer, Lys. 26.16, Pl. Lg. 802b; πράγματος D. 48.3; διαίτης Aeschin. 2.146 (pl.); money-changer, Men. 532.8.
- II approver, panegyrist, D. 21.127; δ. καὶ ἐπαινηταί D.C. 38.4.
1 examinador
δοκιμαστὰς τοὺς ἐν ἄστει μείναντας
τὴν ... ἀμοιβὴν τοῦ δοκιμαστοῦ
la valoración del que examinaδοκιμασταὶ τοῦ πράγματος
δοκιμασταὶ ... τούτων
de cantos y danzasτοῦ ἐμοῦ βίου καὶ τῆς διαίτης
δ. τῶν ἐν ἡμῖν ἐγγινομένων
de Dios
• el que comprueba, verificador
δ. τῶν λεγομένων
2 econ. verificador
δ. ὁ δημόσιος
ἵνα εἰ τἀργύριον καλόν ἐστι δ. ἴδῃ
ἀργυρογνώμονες Ἀττικοί· δοκιμασταί Ἕλληνες
•
3 el que aprueba
δοκιμασταὶ τῶν τούτῳ πεπραγμένων
ὧν ... δοκιμασταὶ καὶ ἐπαινέται γίγνοιντο
- Ian assayer, scrutineer, Plat., Dem.
- IIan approver, panegyrist, Dem.