δοκιμότης Save DGE Bailly 2024 Pape δοκιμότης -ητος, ἡ excelencia, valor τῆς φράσεως Iust.Phil.Coh.Gr.35.23, τῆς ἀρετῆς Chrys.M.60.189. δοκιμότης, ητος (ἡ) [ῐ] bonne qualité d’une chose, Chrys. 4, 752. Étym. δόκιμος. δοκιμότης, ητος, ἡ, Bewährtheit, Chrysost.