δοκιμαστήρ
δοκιμαστήρ, examiner, scrutineer
δοκῐμ-αστήρ, ῆρος, ὁ,
- = δοκιμαστής, τῶν κοινῶν Plb. 24.7.5, cf. 6.8.
el que comprueba, interventor, censor
τῶν κοινῶν
δοκιμαστήρ, ῆρος (ὁ) [ῐ] c. δοκιμαστής, Pol. Exc. 25, 8, 5.
δοκιμαστήρ, ῆρος, ὁ, = δοκιμαστής, Pol. Exc. 25.8.5.