δοκιμόω
δοκῐμ-όω,
- = δοκιμάζω, Parm. 1.32, Pherecyd. ap. D.L. 1.122, Theoc. 30.25, Hsch.
1 aprobar
τὴν γραφὴν ... ἢν δοκιμώσῃς
2 creer, considerar c. inf.
οὐδ' ἴαν δοκίμωμι ἔσσεσθαι σοφίαν πάρθενον ... τεαύταν
ὄττις δοκίμοι ... νικάσην Ἔρον
οὐ δοκίμωμι σέθεν τόδ' ὄλεσθ' ἂν ἄγαλμα
δοκιμόω-ῶ [ῐ] c. δοκιμάζω, Phéréc. (DL. 1, 122).
δοκιμόω, = δοκιμάζω ; Pherecyd. bei DL. 1.122.