δομέω
δομέω, build
1 construir, edificar Hsch.s.u. τεῖχος ... ἐφ' ὑψηλῷ λόφῳ δεδόμητο
ἡ στέγη κοινὴ ... δεδομημένη
τοὺς τάφους ... ἐν τοῖς ἕλεσι δεδομημένους
πλίνθῳ ... καὶ γύψῳ δεδομημένα
δομηθέντα τῷ θεῷ θυσιαστήρια
ἐπέγραφεν ὄνομα ... τὸ τῶν πρώτως δομησαμένων (τὰ δημόσια ἔργα)
ἵνα ... δομήσηται τὸν βωμόν
• fig. en v. act.
ἃ γὰρ χρόνος δόμησε
2 colocar, utilizar en construcción
λίθοι τειχῶν εὖ δεδομημένοι
δομέω-ῶ, construire, Arr. Arstd. Sib. (v. ci-dessous) ||
➳ Moy seul. ao. 3 sg. poét. δομήσατο, Lyc. 48, même sign. Pass. part. δεδομημένος, Arr. An. 7, 22 ; Arstd. 43, 555 ; f. ant. au sens act. 3 sg. δεδομήσεται, Sib. 3, 384.
Étym. δόμος.
δομέω, = δέμω ; Sp., wie Arr. An. 7.22.2 ; auch im med., Lycophr. 593.