δυνάστις
δῠνάστ-ις, ιδος, ἡ, fem. of δυνάστης, Demetr. Eloc. 292; τύχη ἡ πάντων δ. ἀνθρώπων dub. in Phld. Mort. 24.[accent corr. HD]
soberana, reina
ἀηδῶς ἀκούουσιν οἱ δυνάσται καὶ δυνάστιδες τὰ αὑτῶν ἁμαρτήματα
τύχη [ἡ πάντ]ων δυνά[στις ἀνθρώ]πων
δυνάστις, ιδος (ἡ) [ῠ] souveraine, D. Phal. §311.
Étym. fém. de δυνάστης.
δυνάστις, ιδος, ἡ, fem. zu δυνάστης, Demetr.Phal. § 811.