θίγημα
θίγημα, touch
θίγ-ημα [ῐ], ατος, τό,
- touch, prob. for φιλήματα in AP 12.209 (Strat.).
θίγημα, τό, = θίγμα, nur Conj. Valcken für γέννημα in Aesch. Prom. 850.
θίγημα, touch