κέδριον
κέδριον, ου (τὸ) huile de cèdre, Vitr. 2, 9 ; Plin. H.N. 16, 21.
Étym. κέδρος.
κέδριον, τό, = κεδρέλαιον, Diosc.
Bei Ath. III.84d ist κεδρίον = κιτρίον ; Schol. Nic. Al. 118 erkl. κεδρία durch ψήγματα τῆς κέδρου.
Bei Ath. III.84d ist κεδρίον = κιτρίον ; Schol. Nic. Al. 118 erkl. κεδρία durch ψήγματα τῆς κέδρου.