κεδρόμηλον Save LSJ Bailly 2024 κεδρόμηλον, τό, = κίτριον, Dsc. 1.115, Alex.Praef. κεδρό·μηλον, ου (τὸ) c. κίτριον, Diosc. 1, 166. Étym. κέδρος, μῆλον.