κεδρίνεος Save LSJ Bailly 2024 Pape κεδρ-ίνεος [ῐ], α, ον, poet. for sq., Nic. Al. 488. κεδρίνεος, α, ον [ῐ] c. κέδρινος, Nic. Al. 488. κεδρίνεος, = κέδρινος ; πίσσα Nic. Al. 488.