καθευρεσιλογέω
καθευρεσιλογέω, invent reasons
Could not find καθευρεσιλογεῖν in Logeion dictionaries.
καθευρεσιλογεῖν present active infinitive of καθευρεσιλογέω
καθευρεσῐλογέω,
- invent reasons, Plb. 12.25k. 9.
καθ·ευρεσιλογέω-ῶ [ᾰῐ] c. εὑρεσιλογέω, Pol. Exc. Vat. p. 397.