About Report a problem

Menu

καθεστηκότως

καθεστηκότως, steadily, calmly

καθεστηκότως, Adv. pf. part. Act. of καθίστημι,
  • fixedly, steadily, κ. ἔχειν πρός τι Arist. Pol. 1340b3.

Saved

Recent