καθεστηκότως
καθεστηκότως, steadily, calmly
καθεστηκότως, Adv. pf. part. Act. of καθίστημι,
- fixedly, steadily, κ. ἔχειν πρός τι Arist. Pol. 1340b3.
καθεστηκότως, adv. d’une manière posée, c. à d. régulière, solide, assurée, Arstt. Pol. 8, 5.
Étym. καθεστηκώς.
καθεστηκότως, adv. zum part. perf. von καθίστημι, gesetzt, ruhig, ordentlich, μέσως καὶ καθ. μάλιστα ἔχειν πρός τι Arist. Pol. 8.5.
καθεστηκότως
part. perf. act. of καθίστημι,
- steadily, calmly, Arist.