κτάομαι
κτάομαι, κτάομαι, acquire, get; (perfect system) possess, hold, have
Could not find κτήσῃ in Logeion dictionaries.
κτήσῃ Verb: aorist middle subjunctive 2nd singular, Verb: future middle indicative 2nd singular of κτάομαι
- I pres., impf., fut., and aor.,
- 1 procure for oneself, get, acquire, κτήμασι τέρπεσθαι τὰ γέρων ἐκτήσατο Πηλεύς Il. 9.400, etc.; [οἰκῆας] Od. l.c.; γῆν A. Eu. l.c., cf. Pers. 770; of horses, win (as a prize), Pi. N. 9.52; κτήσασθαι βίον ἀπό τινος to get oneʼs living from a thing, Hdt. 8.106; win favour, and the like, χάριν ἀπό τινος, ἔκ τινος, S. Tr. 471, Ph. 1370; παρά τινος X. Smp. 4.43; τὴν εὔνοιαν τὴν παρὰ τῶν Ἑλλήνων Isoc. 5.68; κ. φίλους, ἑταίρους, S. Aj. 1360, E. Or. 804 (troch.); κτήσασθαι παῖδας ἐξ ὁμοσπόρου Id. IT 696, cf. S. OT 1499, Hdt. 8.105; παῖδας ἐς δόμους κτήσασθαι E. Fr. 491, cf. Supp. 225; πολλάκις δοκεῖ τὸ φυλάξαι τἀγαθὰ τοῦ κτήσασθαι χαλεπώτερον εἶναι D. 1.23.
- b of consequences, bring upon oneself, αὑτῷ θάνατον S. Aj. 968; incur, θεᾶς ὀργήν ib. 777; κακά Id. El. 1004; ξυμφοράς E. Or. 543; ἔχθραν πρός τινα Th. 1.42; δυσσέβειαν κ. get a name for impiety, S. Ant. 924; κακὸν λόγον πρὸς ἀστῶν E. Heracl. 166, cf. IT 676; ἐκ τῶν πόνων τὰς ἀρετὰς κ. Th. 1.123.
- c κ. τινὰς πολεμίους make them so, X. An. 5.5.17; οὔ ποτʼ εὔνουν τὴν ἐμὴν κτήσῃ φρένα S. Ph. 1281.
- 2 procure or get for another, ἐμοὶ δʼ ἐκτήσατο κεῖνος Od. 20.265; μέγαν τέκνοις πλοῦτον ἐκτήσω A. Pers. 755 (troch.), cf. X. Oec. 15.1.
- II in pf. and plpf. with fut. κεκτήσομαι, to have acquired, i.e. possess, hold (opp. χρῆσθαι, Pl. Euthd. 280d), οὐδʼ ὅσα φασὶν Ἴλιον ἐκτῆσθαι Il. 9.402, cf. X. Cyr. 8.3.46, Pl. Phdr. 260b; ὅπλα μὴ ἐκτῆσθαι Hdt. 1.155, cf. S. Ph. 778; στρατὸν πλεῖστον ἐκτημένοι Hdt. 7.161; κοινὸν ὄμμʼ ἐκτημέναι A. Pr. 795; φωνὴν βάρβαρον κεκτ. Id. Ag. 1051; κεκτ. τινὰ σύμμαχον E. Ba. 1343; κ. κάλλος X. Smp. 1.8; ἀρετήν Pl. Prt. 340e; τέχνην Lys. 24.6; ποίησιν to be master of it, Pl. Lg. 829c: dub. in aor., ἀγορὰς κτησάμενοι having market-places, Hdt. 1.153 (leg. στησάμενοι): with impers. subject, πραγμάτων ἀγῶνας κεκτημένων involving effort, Epicur. Sent. 21:—the diff.between pres.and pf. appears from X. Mem. 1.6.3, ἃ [χρήματα] καὶ κτωμένους εὐφραίνει καὶ κεκτημένους . . ποιεῖ ζῆν: later, pres. in pf. sense, Ev.Luc. 18.12.
- b of evils, ἄγος κεκτήσεται θεῶν A. Th. 1022; κακά E. Hel. 272; φθόνον Pl. Lg. 870c.
- c have in store, opp. ἔχω, have in hand, ready for use, ἔχων τε καὶ κεκτημένος . . κακά S. Ant. 1278; ἔχειν τε καὶ κεκτῆσθαι τὸ ψεῦδος Pl. R. 382b. cf. Tht. 197b, 198d, Cra. 393b; κ. ἱμάτιον own, opp. ἔχειν (wear), Id. Tht. 197b.
- d abs., to be a property-owner, τῶν ἐκτημένων ἐν τῇ χώρᾳ SIG 633.73 (Milet., ii B.C.), cf. 888.15 (iii A.D.).
- 2 ὁ κεκτημένος owner, master (esp. of slaves), as Subst., Ar. Pl. 4, etc.; οἱ κ. A. Supp. 337; of a husband, E. IA 715; ἡ κεκτημένη my mistress, S. Fr. 762, Ar. Ec. 1126, Men. Pk. 61, al., cf. Phryn.Com. 48.
- III aor. 1 Pass. ἐκτήθην in pass. sense, to be gotten, ἃ ἐκτήθη Th. 1.123, 2.36; to be obtained as property, δουλόσυνος πρὸς οἶκον κτηθεῖσα E. Hec. 449 (lyr.), cf. D.H. 10.27, etc.: fut. κτηθήσομαι LXX Je. 39 (32). 43. (Act. κτάω very late, PLond. 1.77 (vi A.D.).)
1. praes. en imperf. (trachten te) verwerven; aor. in bezit krijgen, verwerven; met zaak als obj.:
2. perf., plqperf. en fut. perf.
3. aor. pass. en fut. pass. met pass. bet. verkregen worden, verworven zijn:
sich erwerben, sich verschaffen, in seinen Besitz bringen ; κτήμασι τέρπεσθαι, τὰ γέρων ἐκτήσατο Πηλεύς Il. 9.400, vgl. Od. 14.14 ; selten = einem Andern Etwas erwerben, τινί τι, 20.265 ; φιάλας ἵπποι κτησάμεναι Pind. N. 9.52 ; μέγαν τέκνοις πλοῦτον ἐκτήσω σὺν αἰχμῇ Aesch. Pers. 741 ; κτήσεται δʼ ἄνευ δορὸς αὐτόν τε καὶ γῆν Eum. 289 ; παῖδας ἔκ τινος Eur. I.T. 696 ; vgl. Soph. O.R. 1499 ; auch κακά, El. 992, wie Eur. Med. 1047 ; ξυμφοράς Or. 542 ; θεᾶς ὀργήν, sich den Zorn zuziehen, Soph. Aj. 764 ; τὴν δυσσέβειαν εὐσεβοῦσʼ ἐκτησάμην, ich zog mir den Vorwurf der Gottlosigkeit zu, Ant. 915, womit Eur. Med. 218 zu vgl., ἐκτέετο χρήματα Her. 8.112 ; ἀπολαύουσι τάχιστα διὰ.τὸ ἀεὶ κτᾶσθαι, weil sie immer auf Erwerb bedacht sind, Thuc. 1.70 ; εὔνοιαν, ἔχθραν, 1.42, ἑταίρους, Plat. Gorg. 461c, wie τινὰ πολέμιον, sich Jemanden zum Feinde machen, Xen. An. 5.5.17 ; Folgende überall ; τὶ πρός τινος, Eur. Heracl. 167, ἔκ τινος, Xen. Cyr. 8.2.22 ; παρά τινος, Hier. 1.13 ; Dem. 18.94 ; auch κτήσει τὴν παρὰ τῶν Ἑλλήνων εὔνοιαν, Isocr. 5.68. – Perf. κέκτημαι, sich erworben haben, dah. besitzen, haben, φωνὴν βάρβαρον κεκτημένη Aesch. Ag. 1021 ; dazu fut. κεκτήσεται, er wird besitzen, haben, Prom. 1008 ; ἔχων τε καὶ κεκτημένος vrbdt Soph. Ant. 1265, wie Plat. Rep. II.382b ; unterschieden aber Theaet. 199a ; οὔ τι γὰρ κεκτήμεθα ἡμέτερον αὐτὸ τὸ σῶμα, πλὴν ἐνοικῆσαι βίον Eur. Suppl. 534, λαβὼν ταῦτα, κέκτησο καὶ χρῶ, ὥσπερ βούλει Xen. Cyr. 8.3.46 ; Plat. u. A. ὁ κεκτημένος, der Herr. – Aor. pass. in passiver Bdtg, ἃ ἐκτήθη Thuc. 1.123, Eur. Hec. 449 u. Sp., wie Dion.Hal. 10.27 ; so auch κεκτημένος in passiver Bdtg, Thuc. 7.70, wie Plat. Legg. XII.965 ; sehr späte Schriftsteller brauchen so das praes., vgl. Schäfer Schol. Par. Ap.Rh. 1.895. – Adj. verb. κτητέον χρυσὸν καὶ ἐλέφαντα Plat. Rep. II.373a ; κτητός s. unten.
[cf. κτίζω.]
- 1
To become the owner of, get, gain, acquire : κτήμασι, τὰ γέρων ἐκτήσατο Πηλεύς Il. 9.400.
In reference to slaves : οἰκήων, οὓς κτήσατʼ Ὀδυσσεύς Od. 14.4. Cf. Od. 14.450.
To found and stock (a house) : ἐμοὶ ἐκτήσατο κεῖνος [οἶκον τόν δε] Od. 20.265.
To win (a bride) Od. 24.193.
- 2
In pf., to possess, hold, have : ὅσα φασὶν Ἴλιον ἐκτῆσθαι Il. 9.402.
- 1
- 1acquire, win φιάλαις, ἅς ποθʼ ἵπποι κτησάμεναι Χρομίῳ πέμψαν N. 9.52 [σὺν θεῶν δέ νιν αἴσᾳ Ὕλλου τε καὶ Αἰγιμιοῦ Δωριεὺς ἐλθὼν στρατὸς ἐκτήσατο (cod.: ἐκτίσσατο Hermann) I. 9.4] τοὶ σὺν πολέμῳ κτησάμ[ενοι] χθόνα πολύδωρον ὄλβον ἐγκατέθηκαν Pae. 2.59
Strong 2932
in pres., impf., fut. and aor., to procure for oneself, get, gain, acquire (the pf. and plpf., to have acquired, hence to possess, do not occur in NT): c. acc. rei, Mt 10:9, Lk 18:12, Ac 8:20; c. gen. pret., Ac 22:28; ἐκ c. gen. pret., Ac 1:18; τ. ψυχὰς ὑμῶν (MM, xvi), Lk 21:19; τ. ἑαυτοῦ σκεῦος κτᾶσθαι, I Th 4:4 (where if σ. = body, κ. must = pf., κέκτημαι; v. MM, xvi; M, Th., in l.; Field, Notes, 72 f. But σ. is most freq. taken as = wife; v. Thayer, s.v.; Lft., Notes, 53 ff.; ICC, in l.).†
- Iin pres., imperf., fut. and aor1:
- 1to procure for oneself, to get, gain, acquire, Hom.; κτήσασθαι βίον ἀπό τινος to get oneʼs living from a thing, Hdt.; κ. χάριν to win favour, Soph.; κ. φίλους, ἑταίρους Soph.
- bof evils, to bring upon oneself, incur, Soph., Eur., etc.: —κ. τινὰ πολέμιον to make him so, Xen.
- 2to procure or get for another, ἐμοὶ ἐκτήσατο κεῖνος Od.
- IIin perf. and plup. with fut. κεκτήσομαι, to have acquired, i. e. to possess, have, hold, Il., Hdt., etc.; κεκτ. τινὰ σύμμαχον Eur.; of evils, κεκτ. κακά Soph., Eur.; ὁ κεκτημένος an owner, master, as a Subst., ὁ ἐμοῦ κ. Soph.; of a womanʼs lord and master, Eur.
- IIIaor1 pass. ἐκτήθην in pass. sense, to be gotten, Eur., Thuc.
-
…; ὥστε δικαίως μὲν ἀναμφισβήτητα τἀριστεῖα τῆς ναυμαχίας ἔλαβον παρὰ τῆς Ἑλλάδος, εἰκότως δὲ τὴν εὐτυχίαν ὁμονοοῦσαν τοῖς κινδύνοις ἐκτήσαντο, γνησίαν δὲ καὶ αὐτόχθονα τοῖς ἐκ τῆς Ἀσίας βαρβάροις τὴν αὑτῶν ἀρετὴν ἐπεδείξαντο. ἐν μὲν οὖν τῇ ναυμαχίᾳ…
Lysias, Speeches
-
…ἴσον ἔχετε, νικήσαντες δʼ ἄν τούτοις ἐδουλεύετε. καὶ τοὺς ἰδίους οἴκους οὗτοι μὲν ἂν ἐκ τῶν πραγμάτων μεγάλους ἐκτήσαντο, ὑμεῖς δὲ διὰ τὸν πρὸς ἀλλήλους πόλεμον ἐλάττους ἔχετε · συνωφελεῖσθαι μὲν γὰρ ὑμᾶς οὐκ ἠξίουν, συνδιαβάλλεσθαι δʼ…
Lysias, Speeches
-
…καὶ δημοσίᾳ μεμνῆσθαι, οἳ φεύγοντες τὴν δουλείαν καὶ περὶ τοῦ δικαίου μαχόμενοι καὶ ὑπὲρ τῆς δημοκρατίας στασιάσαντες πάντας πολεμίους κεκτημένοι εἰς τὸν Πειραιᾶ κατῆλθον, οὐχ ὑπὸ νόμου ἀναγκασθέντες, ἀλλʼ ὑπὸ τῆς φύσεως πεισθέντες, καινοῖς κινδύνοις τὴν παλαιὰν…
Lysias, Speeches
-
…ἐλπίδος ἡμαρτηκότες. ταῦτα διανοηθέντες, καὶ τὰς ἐν τῷ πολέμῳ τύχας κοινὰς ἁπάντων ἀνθρώπων νομίζοντες, πολλοὺς μὲν πολεμίους κτώμενοι, τὸ δὲ δίκαιον ἔχοντες σύμμαχον ἐνίκων μαχόμενοι. καὶ οὐχ ὑπὸ τῆς τύχης ἐπαρθέντες μείζονος παρὰ Καδμείων τιμωρίας ἐπεθύμησαν…
Lysias, Speeches
-
…τῆς ἡλικίας ἐντὸς γεγονότες ἠξίουν αὐτοὶ μόνοι τὸν κίνδυνον ποιήσασθαι, οἱ μὲν ἐμπειρίᾳ τὴν ἀρετήν, οἱ δὲ φύσει κεκτημένοι · καὶ οἱ μὲν αὐτοὶ πολλαχοῦ ἀγαθοὶ γεγενημένοι, οἱ δʼ ἐκείνους μιμούμενοι, τῶν μὲν πρεσβυτέρων ἄρχειν ἐπισταμένων ,…
Lysias, Speeches
-
…οὖν, ἦν δʼ ἐγώ. ἀλλά μοι ἔτι τοσόνδε εἰπέ · τί μέγιστον οἴει ἀγαθὸν ἀπολελαυκέναι τοῦ πολλὴν οὐσίαν κεκτῆσθαι ; ὅ, ἦ δʼ ὅς, ἴσως οὐκ ἂν πολλοὺς πείσαιμι λέγων. εὖ γὰρ ἴσθι, ἔφη ,…
Plato, Republic
-
…, ἔφη, ὦ Σώκρατες, τὸ ἐπάγγελμα ὃ ἐπαγγέλλομαι. ἦ καλόν, ἦν δʼ ἐγώ, τέχνημα ἄρα κέκτησαι, εἴπερ κέκτησαι · οὐ γάρ τι ἄλλο πρός γε σὲ εἰρήσεται ἢ ἅπερ νοῶ. ἐγὼ γὰρ τοῦτο ,…
Plato, Protagoras
-
…ὦ Σώκρατες, τὸ ἐπάγγελμα ὃ ἐπαγγέλλομαι. ἦ καλόν, ἦν δʼ ἐγώ, τέχνημα ἄρα κέκτησαι, εἴπερ κέκτησαι · οὐ γάρ τι ἄλλο πρός γε σὲ εἰρήσεται ἢ ἅπερ νοῶ. ἐγὼ γὰρ τοῦτο, ὦ Πρωταγόρα ,…
Plato, Protagoras
-
…τῇ ναυμαχίᾳ τοιούτους αὑτοὺς παρασχόντες καὶ πολὺ πλεῖστον τῶν κινδύνων μετασχόντες τῇ ἰδίᾳ ἀρετῇ κοινὴν τὴν ἐλευθερίαν καὶ τοῖς ἄλλοις ἐκτήσαντο · ὕστερον δὲ Πελοποννησίων διατειχιζόντων τὸν Ἰσθμόν, καὶ ἀγαπώντων μὲν τῇ σωτηρίᾳ, νομιζόντων δʼ ἀπηλλάχθαι τοῦ κατὰ θάλατταν…
Lysias, Speeches
-
…γὰρ ὑμᾶς οὐκ ἠξίουν, συνδιαβάλλεσθαι δʼ ἠνάγκαζον, εἰς τοσοῦτον ὑπεροψίας ἐλθόντες ὥστε οὐ τῶν ἀγαθῶν κοινούμενοι πιστοὺς ὑμᾶς ἐκτῶντο, ἀλλὰ τῶν ὀνειδῶν μεταδιδόντες εὔνους ᾤοντο εἶναι. ἀνθʼ ὧν ὑμεῖς νῦν ἐν τῷ θαρραλέῳ ὄντες, καθʼ ὅσον…
Lysias, Speeches