κτείνω
κτείνω, κτείνω, kill (verb)
- kill, slay, freq. in Poets, also in early Att., Lex Draconis in IG 1(2).115.20; but in Prose and Com. ἀποκτείνω prevailed; usu. of men, less freq. of slaying an animal, as Il. 15.587, Od. 12.375, 19.543, Ar. Av. 1063 (lyr.); Οὖτίς με κτείνει δόλῳ seeks to kill me, Od. 9.408, cf. S. OC 993; ὁ κτανών the slayer, murderer, A. Eu. 422; οἱ κτανόντες Id. Ch. 41 (lyr.), 144, etc.
- 2 put to death, Th. 1.132, Arist. HA 625a16, al.; esp. in legal language, εἰ . . ἐν δίκῃ ἔκτεινεν ὁ κτείνας Pl. Euthphr. 4b, cf. Prt. 322d, Lg. 871e, al., Lys. 10.11.
- 3 of things, ὥστε καὶ κτείνειν so as to be fatal, of the plague, Th. 2.51 (so in Pass., εὖτʼ ἂν ὑπὸ τοῦ κακοῦ κτεινέωνται when the disease is proceeding towards a fatal termination, Aret. SD 1.5); τὰ φύλλα [ἀποκύνου] . . κτείνει κύνας Dsc. 4.80.
- 4 put an end to, θέρος [νοῦσον] κτείνει Aret. SD 1.16. (Pass. in Hom. and Ion. Prose, Il. 11.668, 14.60, Od. 11.413, Hdt. 4.3, etc.; but Trag. almost always used θνῄσκω or καταθνῄσκω as the Pass., Com. Poets and Prose writers ἀποθνῄσκω.) (Cf. Skt. kṣatás ‘wounded’.)
1. doden:
2. ter dood laten brengen:
töten, erschlagen, morden, gew. von Menschen, Hom. u. Folgende ; Aesch. hat häufiger ἔκτανον als ἔκτεινα, wie auch Soph. dem ὁ θανών ein ὁ κτανών entggstzt, Phil. 336, und κτανεῖν θανεῖν τε verbindet, O.C. 1390 ; – auch von der bloßen Absicht, töten wollen, Od. 9.408 ; vgl. Soph. O.C. 993, Aj. 1126 ; – seltener vom Töten od. Schlachten eines Tieres, Il. 15.587, Od. 12.379, 19.543 ; – auch wie bei uns »umbringen«, »zu Grunde richten«, von der Liebe, Soph. El. 197 u. Sp.; ἓν κτενεῖ σʼ ἔπος Eur. Med. 585. – In Prosa sind die Compp. ἀποκτείνω u. κατακτείνω (ἔκτεινον Xen. An. 2.5.32), u. für das pass. ἀποθνῄσκω üblicher.
App. acc. sing. masc. secondary pres. pple. in desiderative sense κτανέοντα Il. 18.309.
3 sing. pa. iterative κτείνεσκε Il. 24.393.
Fut. κτενέω Od. 16.404.
2 sing. κτενέεις Il. 22.13.
3 sing. κτενέει Il. 22.124, Il. 24.156, 185. κτενεῖ Il. 15.65, 68.
Infin. κτενέειν Il. 13.42, Il. 15.702, Il. 17.496.
2 sing. aor. κτεῖνας Il. 24.500.
3 sing. ἔκτεινε Il. 16.594, Il. 19.296 : Od. 4.188, Od. 23.8, Od. 24.429. κτεῖνε Il. 15.651 : Od. 4.547, Od. 11.422, Od. 19.523, Od. 23.63.
3 pl. ἔκτειναν Od. 12.379.
Subj. κτείνω Il. 8.182.
2 sing. κτείνῃς Il. 20.186 : Od. 1.296, Od. 11.120.
3 sing. κτείνῃ Il. 3.284, Il. 5.236.
Opt. κτείναιμι Od. 14.405, Od. 20.42.
Pple. κτείνας Il. 6.481, Il. 11.759, Il. 15.587, Il. 16.292 : Od. 3.305, 309, Od. 4.257, Od. 14.380.
Pl. κτείναντες Od. 17.80.
Fem. κτείνασα Od. 24.200.
Infin. κτεῖναι Il. 5.261, 435, Il. 6.167, Il. 13.629, Il. 14.47, Il. 21.279 : Od. 4.823, Od. 13.426, Od. 14.282, Od. 15.30, Od. 20.50, 315, Od. 23.79.
Aor. ἔκτανον Od. 23.363. κτάνον Il. 7.155, Il. 11.672.
2 sing. ἔκτανες Il. 22.272.
3 sing. ἔκτανε Il. 2.701, Il. 6.416, Il. 10.560, Il. 16.849, Il. 17.589, Il. 18.456, Il. 19.414, Il. 24.151, 180, 736: Od. 1.30, 36, 299, Od. 2.19, Od. 3.307, Od. 8.228, Od. 19.539, 543. κτάνε Il. 5.679, Il. 17.60, Il. 21.211, 236, 344 : Od. 3.250.
3 pl. ἔκτανον Od. 1.108. κτάνον Il. 24.479.
3 sing. aor. ἔκτα Il. 6.205, Il. 12.46 : Od. 1.300, Od. 3.198, 308, Od. 11.324, 410.
1 pl. ἔκταμεν Od. 12.375.
3 pl. ἔκταν Il. 10.526 : Od. 19.276.
1 pl. subj. κτέωμεν Od. 22.216.
Infin. κτάσθαι Il. 15.558.
Aor. pple. mid. (in sense of pf. pass.) κτάμενος, -η Il. 3.375, Il. 5.21, 28, Il. 13.262, Il. 15.554, Il. 16.757, Il. 18.337, Il. 22.75, Il. 23.23 : Od. 22.401, 412, Od. 23.45.
3 pl. aor. pass. ἔκταθεν Il. 11.691 : Od. 4.537. (ἀπο-, κατα-)
To kill, slay : τὸν ἔκτανε δάρδανος ἀνήρ Il. 2.701. Cf. Il. 1.410, Il. 3.375, Il. 5.301, Il. 11.691, Il. 13.110 (mid., let themselves be slain), Il. 16.292, etc.: ἔκταθεν ἐν μεγάροισιν Od. 4.537. Cf. Od. 1.30, Od. 2.19, Od. 3.250, Od. 10.295, Od. 12.375, Od. 19.523, etc.
In mid. Il. 15.558.
With the corpse as object: νεκρόν, τὸν ἔκτανʼ Ἀχιλλεύς Il. 24.151, etc.
Sim.: μετὰ κταμένοισι νέκυσσιν Od. 22.401, Od. 23.45.
Absol. Il. 10.483, Il. 11.193, Il. 13.145, Il. 17.454, Il. 21.220, etc.
- 1kill ἔκτεινε Λᾷον μόριμος υἱός O. 2.38 σκάπτῳ θενὼν σκληρᾶς ἔλαίας ἔκτανεν Λικύμνιον O. 7.29 κτεῖνε μὲν γλαυκῶπα τέχναις ποικιλόνωτον ὄφιν (sc. Ἰάσων) P. 4.249 ὅσσους μὲν ἐν χέρσῳ κτανών, ὅσσους δὲ πόντῳ θῆρας ἀιδροδίκας N. 1.62 τὸν ἐθάμβεον κτείνοντʼ ἐλάφους ἄνευ κυνῶν δολίων θʼ ἑρκέων N. 3.51 “θηρός, ὃν πάμπρωτον ἀέθλων κτεῖνά ποτʼ ἐν Νεμέᾳ” Herakles speaks I. 6.48 δηρι]αζόμενον κτάνεν <ἐν> [τεμέ]νει φίλῳ (sc. Ἀπόλλων Νεοπτόλεμον: κτανειν Π, corr. Zenodotus ap. Σ.) Pae. 6.119
- to kill, slay, Hom., etc.; of animals, to slaughter, Hom.; Οὖτις με κτείνει δόλωι seeks to kill me (the force of the pres. tense), Od.; ὁ κτανών the slayer, murderer, Aesch.; οἱ κτανόντες Aesch.:— to put to death by law, Thuc., Plat.—In Attic θνῄσκω or ἀποθνῄσκω is used for the Pass.
-
…ὀλίγοι αὐτῶν μετέχοιεν ὥσπερ ἄλλων τεχνῶν · καὶ νόμον γε θὲς παρʼ ἐμοῦ τὸν μὴ δυνάμενον αἰδοῦς καὶ δίκης μετέχειν κτείνειν ὡς νόσον πόλεως. οὕτω δή, ὦ Σώκρατες, καὶ διὰ ταῦτα οἵ τε ἄλλοι καὶ Ἀθηναῖοι, ὅταν…
Plato, Protagoras
-
…, πλὴν γάμου τυχεῖν, ἅπαντι θυμῷ, κάρτα δʼ εἰμὶ τοῦ πατρός. οὕτω γυναικὸς οὐ προτιμήσω μόρον ἄνδρα κτανούσης δωμάτων ἐπίσκοπον. νικᾷ δʼ Ὀρέστης, κἂν ἰσόψηφος κριθῇ. ἐκβάλλεθʼ ὡς τάχιστα τευχέων πάλους, ὅσοις δικαστῶν τοῦτʼ…
Aeschylus, Eumenides
-
…ποιέειν χρή. Μάλιστα δʼ ἂν ἐπαινέσαιμι ἰητρὸν, ὅστις ἐν τοῖσιν ὀξέσι νουσήμασιν, ἃ τοὺς πλείστους τῶν ἀνθρώπων κτείνει, ἐν τουτέοισι διαφέρων τι τῶν ἄλλων εἴη ἐπὶ τὸ βέλτιον. Ἔστι δὲ ταῦτα ὀξέα, ὁκοῖα ὠνόμασαν οἱ…
Hippocrates, Regimen in Acute Diseases
-
…. ὑπὲρ γὰρ οὐχὶ τῶν ἀπωτέρω φίλων, ἀλλʼ αὐτὸς αὑτοῦ τοῦτʼ ἀποσκεδῶ μύσος. ὅστις γὰρ ἦν ἐκεῖνον ὁ κτανών, τάχʼ ἂν κἄμʼ ἂν τοιαύτῃ χειρὶ τιμωροῦνθʼ ἕλοι. κείνῳ προσαρκῶν οὖν ἐμαυτὸν ὠφελῶ. ἀλλʼ ὡς τάχιστα ,…
Sophocles, Oedipus Tyrannus
-
…ταῦτα τελευτήσῃς τε καὶ ἔρξῃς, φράζεσθαι δὴ ἔπειτα κατὰ φρένα καὶ κατὰ θυμὸν ὅππως κε μνηστῆρας ἐνὶ μεγάροισι τεοῖσι κτείνῃς ἠὲ δόλῳ ἢ ἀμφαδόν · οὐδέ τί σε χρὴ νηπιάας ὀχέειν, ἐπεὶ οὐκέτι τηλίκος ἐσσι. ἢ οὐκ ἀίεις…
Homer, Odyssey
-
…ἀμφὶ μάχην δριμεῖαν ἔθεντο · ὣς οἳ κεκλήγοντες ἐπʼ ἀλλήλοισιν ὄρουσαν. ἔνθʼ ἦ τοι Κύκνος μὲν ὑπερμενέος Διὸς υἱὸν κτεινέμεναι μεμαὼς σάκει ἔμβαλε χάλκεον ἔγχος, οὐδʼ ἔρρηξεν χαλκόν · ἔρυτο δὲ δῶρα θεοῖο. Ἀμφιτρυωνιάδης δέ, βίη Ἡρακληείη…
Hesiod, Shield of Heracles
-
…ἂν θάνατόν γε δυσηλεγέα προφύγοισθα. ὣς ἄρα φωνήσας ξίφος εἵλετο χειρὶ παχείῃ κείμενον, ὅ ῥʼ Ἀγέλαος ἀποπροέηκε χαμᾶζε κτεινόμενος · τῷ τόν γε κατʼ αὐχένα μέσσον ἔλασσε. φθεγγομένου δʼ ἄρα τοῦ γε κάρη κονίῃσιν ἐμίχθη. Τερπιάδης δʼ…
Homer, Odyssey
-
…τί γὰρ μόνῃ μοι τῆσδʼ ἄτερ βιώσιμον ; ἀλλʼ ἥδε μέντοι μὴ λέγʼ · οὐ γὰρ ἔστʼ ἔτι. ἀλλὰ κτενεῖς νυμφεῖα τοῦ σαυτοῦ τέκνου ; ἀρώσιμοι γὰρ χἀτέρων εἰσὶν γύαι. οὐχ ὥς γʼ ἐκείνῳ τῇδέ τʼ ἦν ἡρμοσμένα .…
Sophocles, Antigone
-
…περὶ Σκαιῇσι πύλῃσι · καί νύ κεν αὐτῆμαρ πόλιν ἔπραθον, εἰ μὴ Ἀπόλλων πολλὰ κακὰ ῥέξαντα Μενοιτίου ἄλκιμον υἱὸν ἔκτανʼ ἐνὶ προμάχοισι καὶ Ἕκτορι κῦδος ἔδωκε. τοὔνεκα νῦν τὰ σὰ γούναθʼ ἱκάνομαι, αἴ κʼ ἐθέλῃσθα υἱεῖ ἐμῷ ὠκυμόρῳ…
Homer, Iliad
-
…ἐγὼ κλαῖον καὶ ἐκώκυον ἔν περ ὀνείρῳ, ἀμφὶ δʼ ἔμʼ ἠγερέθοντο ἐϋπλοκαμῖδες Ἀχαιαί, οἴκτρʼ ὀλοφυρομένην ὅ μοι αἰετὸς ἔκτανε χῆνας. ἂψ δʼ ἐλθὼν κατʼ ἄρʼ ἕζετʼ ἐπὶ προὔχοντι μελάθρῳ, φωνῇ δὲ βροτέῃ κατερήτυε φώνησέν τε · θάρσει…
Homer, Odyssey