Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λίγω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λιγύπνοος
λιγυπτερόφωνος
λιγυπτέρυγος
Λιγυρία
λιγυρίζω
λιγύριον
λιγύρισμα
λιγυρόθροος
λιγυρόκτυπος
λιγυροκώτιλος
λιγυρόπνοος
λιγυρός
λίγυρος
λιγυρότης
λιγυρόφωνος
λιγυρῶς
λιγύς
Λίγυς
λίγυσμα
λιγυστικόν
Λιγυστικός
Λιγυστίνη
Λιγυστῖνος
Λιγυστίς
λιγυσφάραγος
λιγύτης
λιγυφεγγέτις
λιγύφθογγος
λιγυφωνέω
λιγύφωνος
λίγω
Λίδη
λιδρίον
λίζιος
λίζω
λίην
λιθαγωγία
λιθαγωγός
λιθάζω
λιθακός
λιθαναβολεύς
λίθαξ
λιθαργύρεος
λιθαργύρινος
λιθάργυρος
λιθαργυροφανής
λιθαρίδιον
λιθάριον
λιθάς
λιθάσβεστος
λίθασμα
λιθασμός
λιθαστής
λιθαστικός
λιθάω
λιθέα
λιθεία
λίθειος
λιθέμπορος
λίθεος
λιθεύω
…
λίγω
Save
Pape
λίγω
, = ὑμνῶ, nach
EM
. p. 565.11.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}