Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λιγύρισμα
Brill-Montanari
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λὶγξ
λίγξε
λιγουρά
λιγουροκώτιλος
λιγουρός
λιγρόν
λιγύ
λιγυάοιδος
Λιγυαστάδης
Λιγυᾳστάδης
λιγυαχής
λιγυηχής
λιγύθροος
λιγύθρους
λιγύθυμος
λιγυκλαγγής
λιγύκορτος
λιγύκροτος
λιγυμακρόφωνος
λιγύμολπος
λιγύμοχθος
λιγύμυθος
λιγυπνείων
λιγύπνοιος
λιγύπνοος
λιγυπτερόφωνος
λιγυπτέρυγος
Λιγυρία
λιγυρίζω
λιγύριον
λιγύρισμα
λιγυρόθροος
λιγυρόκτυπος
λιγυροκώτιλος
λιγυρόπνοος
λιγυρός
λίγυρος
λιγυρότης
λιγυρόφωνος
λιγυρῶς
λιγύς
Λίγυς
λίγυσμα
λιγυστικόν
Λιγυστικός
Λιγυστίνη
Λιγυστῖνος
Λιγυστίς
λιγυσφάραγος
λιγύτης
λιγυφεγγέτις
λιγύφθογγος
λιγυφωνέω
λιγύφωνος
λίγω
Λίδη
λιδρίον
λίζιος
λίζω
λίην
λιθαγωγία
…
λιγύρισμα
Save
Brill-Montanari
λιγύρισμα
-ατος, τό [λιγυρός]
a melodious sound
[Io.]
(
PG
59.489.56).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}