λιγυροκώτιλος Save Brill-Montanari Bailly 2024 Pape λῐγῠροκώτῐλος -ον [λιγυρός, κωτίλος] prob. clear- or seductive-sounding Corin. 2(b).5 PGM. *λιγυρο·κώτιλος, c. λιγουροκώτιλος. λιγυροκώτιλος, s. λιγουροκώτιλος.