μαλθακώδης
μαλθακώδης, emollient
μαλθακ-ώδης, ες
- emollient, Hp. Ulc. 2, 21, Gal. ap. Orib. 51.36.25: sed v. μαλθώδης.
μαλθακώδης, ης, ες [ᾰκ] semblable à de la cire molle, Hpc. Fract. 880 vulg. ; conj. μαλθώδης.
Étym. μαλθακός, -ωδης.
μαλθακώδης, ες, = μαλακοειδής, Hippocr.