μαλθακτήριος Save Bailly 2024 Pape μαλθακτήριος, α, ον, émollient, Hpc. 263, 30 ; 264, 20 et 52. Étym. μαλθάσσω. μαλθακτήριος, = μαλακτικός, erweichend, Hippocr.