μαλθάκινος
μαλθᾰκ-ινος, η, ον,
- poet. for μαλθακός, χάρις AP 9.567 (Antip.).
μαλθάκινος, η, ον [ᾰκῐ] c. μαλθακός, Anth. 9, 567.
μαλθάκινος, poet. = μαλθακός, χάρις, Antip.Thess. 32 (IX.567).
μαλθάκινος, η, ον
poetic for μαλθακός, Anth.