μαλθακόφωνος
μαλθακόφωνος, soft-voiced
μαλθᾰκόφωνος, ον,
- soft-voiced, ἀοιδά Pi. I. 2.8.
μαλθακό·φωνος, ος, ον [ᾰκ] c. μαλακόφωνος, Pd. I. 2, 8.
μαλθακόφωνος, = μαλακόφωνος, ἀοιδαί, Pind. I. 2.8.
μαλθᾰκόφωνος, -ον
- 1soft voiced μαλθακόφωνοι ἀοιδαί I. 2.8
μαλθακόφωνος
μαλθᾰκό-φωνος, ον
φωνή
- soft-voiced, Pind.