μαλθακότης
μαλθακότης, softness
μαλθᾰκ-ότης, ητος, ἡ,
- = μαλακότης, κοιλίης Hp. Aër. 21; of broken-up soil, Arr. Tact. 34.1.
μαλθακότης, ητος (ἡ) [ᾰκ] c. μαλακότης, Hpc. 896e.
μαλθακότης, ητος, ἡ, = μαλακότης, Hippocr.