μάλθων
μάλθων, weakling
μάλθων, ωνος, ὁ,
- weakling, opp. ἐργάτης, Socr. ap. Stob. 4.15.16; = ὁ τὰ ἴδια λάθρᾳ καταφαγών, Lat. nebulo, Gloss.
μάλθων, ωνος (ὁ) c. μαλακίων, Anon. (Stob. Fl. 56, 16).
μάλθων, ωνος, ὁ, = μαλακίων, Weichling, Socrat. bei Stob. fl. 56.16.