σαχνός
σαχνός, tender
σαχνός, ή, όν,
- tender, κρέα Gal. 16.761, cf.Hsch.s.vv. σαυχμόν, σαχνόν.
σαχνός, ή, όν, desséché, d’où gâté, Gal. 8, 782.
σαχνός, (σαυχμός), nach Galen. vulgärer Ausdruck für ψαθυρὰ κρέα.