σαωτήρ Save LSJ Bailly 2024 Pape σαω-τήρ, ῆρος, ὁ, v. σωτήρ. σαωτήρ, ῆρος (ὁ) c. σωτήρ, Sim. Epigr. 129 (183) Bgk. Étym. σαόω. σαωτήρ, ῆρος, ὁ, poet. = σωτήρ, Simon. 54 (VII.77).