σωματώδης
σωμᾰτ-ώδης, ες,
- = σωματοειδής I, Arist. HA 521b27; τὰ σ. Id. GA 737a35, al.: Comp. and Sup. -έστερος, -έστατος, Id. Pr. 863b9, PA 647a20.
σωματώδης, ης, ες [ᾰ] c. σωματοειδής, Arstt. H.A. 3, 20, 6, etc. ||
Cp. -έστερος, Arstt. Probl. 1, 37, 2 ; sup. -έστατος, Arstt. P.A. 2, 1, 17.
Étym. σῶμα, -ωδης.
σωματώδης, ες, = σωματοειδής, Ath. II.42a ; Theophr.