σωρεός Save LSJ Bailly 2024 Pape σωρ-εός, ὁ, = σωρός, Sch. Il. 23.160, EM 742.21, Theognost. Can. 50, Suid. σωρεός, οῦ (ὁ) c. σωρός, Sch.-Il. 23, 160. σωρεός, ὁ, = σωρός, Suid.