φιλέω
φιλέω, φιλέω, φιλήσω, ἐφίλησα, πεφίληκα, πεφίλημαι, ἐφιλήθην, love
Could not find φίλαο in Logeion dictionaries.
φίλαο Verb: aorist middle indicative 2nd singular of φιλέω
- love, regard with affection, opp. μισεῖν, Pl. R. 334c, Arist. Rh. 1380b34; φιλήσω τὸν δῆμον τὸν Ἀθηναίων IG 1(2).15.36; (on its relation to sexual love v. infr. 3); of the love of gods for men, φ. δέ ἑ μητίετα Ζεύς Il. 2.197; πέρι γάρ μʼ ἐφίλει (of the love of the master for his swineherd) Od. 14.146; (also ὃν περὶ κῆρι φ. Ζεὺς . . παντοίην φιλότητα Od. 15.245, cf. Il. 9.117); μάλα τούς γε φ. ἑκάεργος Ἀπόλλων Il. 16.94; εἰ . . Ἕκτορά περ φιλέεις καὶ κήδεαι αὐτοῦ 7.204, etc.; of love for a child reared, Od. 15.370; αἰ δὲ μὴ φίλει, ταχέως φιλήσει κωὐκὶ θέλοισα Sapph. 1.23; λόγοις φιλοῦσαν οὐ στέργω φίλην S. Ant. 543; φιλέων φιλέοντα Pi. P. 10.66; ὃν δʼ ἐχρῆν φιλεῖν στυγεῖς A. Ch. 907; μάλιστά σʼ . . ἤχθηρα κἀφίλησʼ ἐν ἡμέρᾳ μιᾷ S. El. 1363; ὃν οἱ θεοὶ φιλοῦσιν ἀποθνῄσκει νέος Men. 125; ὅσα θεοὶ ἀνθρώποις οὓς φιλοῦσιν [διδόασιν] SIG 985.48 (Philadelphia, i B. C.); οἱ φιλοῦντές τινα his friends, freq. in messages and letters, OGI 184.10 (Philae, i B. C.), Ep.Tit. 3.15, PSI 8.971.30 (iii/iv A. D.), etc.; φιλεῖν ἐμαυτήν, αὑτόν, E. Hel. 999, Med. 86, etc.:—Pass., to be beloved by one, ἐκ Διός Il. 2.668; παρʼ αὐτῇ 13.627, etc.; τινι E. Hec. 1000.
- 2 treat affectionately or kindly, esp. welcome, entertain a guest, Od. 4.29, 5.135, Il. 3.207, etc.; φίλος δʼ ἦν ἀνθρώποισιν, πάντας γὰρ φιλέεσκεν ὁδῷ ἔπι οἰκία ναίων Il. 6.15; ξεῖνον ἐνὶ μεγάροισι φ. Od. 8.42; ξεῖνον ἄγων ἐν δώμασι . . φιλέειν καὶ τιέμεν 15.543, cf. 14.322; θεὸς (i. e. Calypso) ἥ με . . ἐφίλει τε καὶ ἔτρεφεν 7.256; τίς ἂν φιλέοντι μάχοιτο; who would quarrel with a kind host? 8.208; etc.:—Pass., παρʼ ἄμμι φιλήσεαι welcome shalt thou be in our house, Od. 1.123, cf. 15.281.
- 3 opp. ἐρᾶν, τούτους μάλιστά φασι φιλεῖν ὧν ἂν ἐρῶσι regard with affection those for whom they have a passion, Pl. Phdr. 231c; ὥστε οὐ μόνον φιλοῖο ἄν, ἀλλὰ καὶ ἐρῷο ὑπʼ ἀνθρώπων X. Hier. 11.11, cf. Smp. 8.21; εἰκὸς τὸ φιλεῖν τοὺς ἐρωμένους Arist. APr. 70a6; but φ. is used of lovers, ἥ γʼ Εὐρυμάχῳ μισγέσκετο καὶ φιλέεσκεν Od. 18.325; Λυσίθεος Μικίωνα φιλῖν φησι μάλισστα τῶν ἐν τῇ πόλει IG 1(2).924; οὐκ ἔστʼ ἐραστὴς ὅστις οὐκ ἀεὶ φιλεῖ E. Tr. 1051, cf. Hdt. 4.176 (Pass.), Ar. Lys. 905; of the love of man for wife, ὅς τις ἀνὴρ ἀγαθὸς . . τὴν αὐτοῦ φιλέει (cherishes her) καὶ κήδεται ὡς καὶ ἐγὼ τὴν ἐκ θυμοῦ φίλεον Il. 9.343, cf. 486; τὴν αὐτὸς φιλέεσκεν loved and cherished as his wife, ib. 450; but ἐμὲ . . ἀτιμάζει, φιλέει δʼ ἀΐδηλον Ἄρηα (Hephaestus speaks of Aphrodite) Od. 8.309: Com., ὦ Δῆμʼ, ἐραστής εἰμι σὸς φιλῶ τέ σε καὶ κήδομαί σου Ar. Eq. 1341.
- b of sexual intercourse, Hsch. s.v. βαίνειν.
- 4 show outward signs of love, esp. kiss (not in Hom.), φ. τοῖσι στόμασι kiss on the mouth, opp. τὰς παρειὰς φιλέονται, Hdt. 1.134, cf. X. Cyr. 1.4.27, Smp. 9.5; κατὰ τὸ στόμα AP 5.284 (Agath.); φιλήσω . . τὸ σὸν κάρα S. OC 1131; πατέρα . . περὶ χεῖρε βαλοῦσα φιλήσει A. Ag. 1559 (anap.), cf. Ar. Av. 671, 674, Pl. Phdr. 255e, Ev.Marc. 14.44, etc.: c. dupl. acc., τὸ φίλαμα, τὸ . . τὸν Ἄδωνιν . . ἀποθνάσκοντα φίλασεν the kiss wherewith she kissed him, Mosch. 3.69:—Med., τὰς παρειάς kiss each otherʼs cheeks, Hdt. l.c.
- 5 of things as objects of love, like, approve, σχέτλια ἔργα Od. 14.83; ἀοιδάν Pi. N. 3.7; οὔθʼ ἱστῶν ἐφίλησεν ὁδοὺς οὔτε δείπνων . . τέρψιας P. 9.18, etc.; αἰσχροκέρδειαν S. Ant. 1056, cf. 312; τὰς λευκοτάτας [μάζας] Telecl. 1.6 (anap.); Πράμνιον οἶνον Ephipp. 28.
- 6 of things as the subject, ἡσυχία δὲ φιλεῖ συμπόσιον Pi. N. 9.48; ἣ [μίτρη] μαστοὺς ἐφίλησε Call. Epigr. 38 Pf.
- 7 in making a request, οἶσθʼ ὁτιὴ φιλῶ σʼ ἐγώ, κἀμοὶ πιθόμενος ὑπαποκίνει τῆς ὁδοῦ Ar. Av. 1010; so τί πράσσει Φηλικίων ὁ ἀγαθός; φιλῶ σε pray, how goes it with the worthy Felicio? Arr. Epict. 1.19.20; so perh. in Herod. 1.66, πείσθητί μευ, φιλέω σε (but rather ‘I speak as a true friend’).
- II after Hom., c. inf., love to do, be fond of doing, and so to be wont or used to do, φιλέει ὁ θεὸς τὰ ὑπερέχοντα κολούειν Hdt. 7.10.εʹ; ἢν ἁμάρτωσι τοῦ πατρικοῦ τύπου . . φιλέουσι διαφθείρεσθαι Democr. 228; Μοῖσα μεμνᾶσθαι φ. Pi. N. 1.12, cf. P. 3.18; φιλεῖ δὲ τίκτειν ὕβρις . . ὕβριν A. Ag. 763 (lyr.); τοῖς θανοῦσί τοι φιλοῦσι πάντες κειμένοις ἐπεγγελᾶν S. Aj. 989, etc.; rarely with part. for inf., φιλεῖς δὲ δρῶσʼ αὐτὸ σφόδρα Ar. Pl. 645.
- 2 of things, events, etc., αὔρη ἀπὸ ψυχροῦ τινος φιλέει πνέειν Hdt. 2.27; φιλεῖ ὠδῖνα τίκτειν νύξ A. Supp. 769; ἐμπόρων ἔπη φ. πλανᾶσθαι S. OC 304; φιλεῖ γάρ πως τὰ τοιαῦθʼ ἑτέρᾳ τρέπεσθαι Ar. Nu. 813 (lyr.); φιλεῖ μεγάλα στρατόπεδα ἐκπλήγνυσθαι Th. 4.125; ὃ δὴ φ. ὁ ἔρως ἐμποιεῖν Pl. Smp. 182c: esp. with γίγνεσθαι of what usually happens, ἀπὸ πείρης πάντα ἀνθρώποισι φιλέει γίνεσθαι everything comes to man by experience, Hdt. 7.9.γʹ, cf. 7.10.ζ, 7.50, Th. 3.42, Isoc. 6.104, Pl. R. 494c, al.; οἷα φ. γίγνεσθαι Th. 7.79, cf. Hdt. 8.128; without γίγνεσθαι, οἷα δὴ φιλεῖ as is wont, Pl. R. 467b; ὁποῖα φ. Luc. Am. 9.
- 3 impers., φιλέει δέ κως προσημαίνειν (sc. ὁ θεός) , εὖτʼ ἂν . . Hdt. 6.27; ὡς δὴ φιλεῖ . . λόγον ἔχειν ἀνθρώπους as it is usual for . ., Plu. Pomp. 73.
1. liefhebben, houden van:
2. van gastvrienden vriendelijk bejegenen, vriendelijk ontvangen:
3. post-Hom. graag doen, gewoon zijn te doen, plegen,
1) lieben, liebhaben ; von der Liebe der Götter zu den Menschen, εἰ δὲ καὶ Ἕκτορά περ φιλέεις καὶ κήδεαι αὐτοῦ (ὦ Ζεῦ) Il. 7.204 ; μάλα τούς γε φιλεῖ Ἀπόλλων 16.94 ; Pind. P. 2.6 u. Tragg., Liebe zur Gattin, Il. 9.340 ; zu den Eltern und Kindern, gegen Gastfreunde und Fremde, d.i. liebevoll, gastlich aufnehmen, Od. 4.29, 5.135, 7.33, 8.42, 10.14, 12.450, 14.128, 15.70, 74, 17.111, Il. 3.207, 6.15 ; παρʼ ἄμμι φιλήσεαι, du wirst uns freundlich willkommen sein, Od. 1.123, wo das fut. med. in passiver Bdtg steht ; vgl. 15.281. πᾶς τις αὑτὸν τοῦ πέλας μᾶλλον φιλεῖ Eur. Med. 86 ; auch von sinnlicher Geschlechtsliebe, Il. 9.450, Od. 18.325 ; Her. 4.176 ; Ar. Ran. 541, Pax 1038 ; mit doppeltem acc., φιλεῖν τινα φιλότητα, Od. 15.245 ; im pass., φιλεῖσθαι ἔκ τινος, von Einem geliebt werden, Il. 2.668, παρά τινος 13.627, gew. ὑπό τινος, Her. 5.5 u. sonst ; in Att. Prosa überall, Ggstz μισέω, Plat. Rep. I.334c u. oft ; gutheißen, billigen, σχέτλια ἔργα Od. 14.83 ; gern haben, ἀοιδάν Pind. N. 3.7 ; οὐδʼ ἐφίλασε δείπνων τέρψιας N. 9.19 ; μέλος πεφιλημένον 4.45, u. öfter ; βίοτον, ὃν πλεῖστον φιλεῖ Soph. O.R. 612 ; στρατὸς λέσχας πονηρὰς καὶ κακοστόμους φιλεῖ Eur. I.A. 1001, u. sonst.
2) mit u. ohne στόματι, seine Liebe mit dem Munde zu erkennen geben, küssen, herzen, u. überh. liebkosen ; πατέρʼ ἀντιάσασα περὶ χεῖρε βαλοῦσα φιλήσει Aesch. Ag. 1540 ; Soph. O.C. 1133 ; Ar. Av. 671, Lys. 1036 ; τοῖσι στόμασι ἀλλήλους φιλέουσι, τὰς παρειὰς φιλέονται, gegenseitig, Her. 1.134, περιβάλλει τὸν ἐραστὴν καὶ φιλεῖ Plat. Phaedr. 256a ; Xen. Cyr. 1.3.9 u. öfter, wie Sp.
3) c. infin., gern tun, gewöhnlich tun ; μεμνᾶσθαι φιλεῖ Pind. N. 1.12 ; P. 3.18 ; φιλεῖ δὲ σιγᾶν ἢ λέγειν τὰ καίρια, er liebt zu schweigen, Aesch. Spt. 601 ; φιλεῖ δὲ τίκτειν ὕβρις ὕβριν, es pflegt zu erzeugen, Ag. 741, vgl. Suppl. 750 ; τοῖς θανοῦσί τοι φιλοῦσι πάντες κειμένοις ἐπεγγελᾶν Soph. Aj. 968, vgl. 1340, u. oft ; φιλῶ λέγειν τἀληθὲς αἰεί Eur. Rhes. 394, vgl. Phoen. 854, Med. 48, u. in Prosa, bes. bei Her. häufig, οἷα φιλέει γενέσθαι ἐν πολέμῳ, wie es im Kriege zu gehen pflegt, 8.128 ; ἀπὸ πείρης πάντα ἀνθρώποισι φιλέει γίγνεσθαι, durch Versuche pflegt dem Menschen Alles zu Teil zu werden, 7.9.3, vgl. 2.27, 3.82, 6.27, 9.122 ; ὧν τὸ μὲν μετὰ ἀνοίας φιλεῖ γίγνεσθαι Thuc. 3.42, u. oft ; τῷ τρόπῳ δόξα ψευδής τε καὶ ἀληθὴς ἡμῖν φιλεῖ γίγνεσθαι Plat. Phil. 37b, u. oft ; auch ὡς φιλεῖ, οἷα φιλεῖ, sc. γίγνεσθαι, wie gewöhnlich, nach Gewohnheit ; οἷα δὴ φιλοῦσιν Plat. Rep. VIII.565e ; Folgde, τοῦτο πέφυκε καὶ φιλεῖ συμβαίνειν κατὰ φύσιν, Pol. 4.2.10. – Vgl. übrigens ἀγαπάω u. ἐράω.
[φίλος.]
Acc. pl. masc. pres. pple. φιλεῦντας Od. 3.221.
Non-thematic pres. infin. φιλήμεναι Il. 22.265.
3 sing. pa. iterative φιλέεσκε Il. 3.388, Il. 6.15, Il. 9.450 : Od. 1.264, 435, Od. 7.171, Od. 17.257, Od. 18.325.
3 sing. aor. mid. ἐφίλατο Il. 5.61. φίλατο Il. 20.304.
Imp. φῖλαι Il. 5.117, Il. 10.280.
2 sing. fut. pass. φιλήσεαι Od. 1.123, Od. 15.281.
- 1
To hold in affection, favour or regard, hold dear, love, regard : μάλιστά μιν φιλέεσκεν Il. 3.388, τὴν περὶ κῆρι φίλησε πατήρ Il. 13.430, οὐκ ἔστʼ ἐμὲ καὶ σὲ φιλήμεναι (sc. each other) Il. 22.265. Cf. Il. 6.360, Il. 9.340, 342, 343, 481, 486, 614, Il. 18.126 : Od. 1.264, 435, Od. 4.171, 692, Od. 7.171, Od. 13.406, Od. 14.62, 146, Od. 15.370, Od. 17.257, Od. 24.485.
Absol. Od. 4.179, Od. 15.70.
- 2
With special reference to sexual love : παλλακίδος, τὴν αὐτὸς φιλέεσκεν Il. 9.450. Cf. Od. 8.309, 316, Od. 18.325.
- 3
With reference to divine regard for mortals (in which sense alone the aor. mid. occurs) : ἄμφω ὁμῶς φιλέουσα Il. 1.196 (of Here), ἐφίλατό μιν Ἀθήνη Il. 5.61, ἐμὲ φῖλαι (φῖλαί μʼ
), Ἀθήνη 117, Il. 10.280. Cf. Il. 2.197, 668, Il. 7.204, Il. 9.117, Il. 10.245, Il. 14.491, etc. : Od. 3.218, 221, 223, Od. 8.63, 481, Od. 15.245. - 4
To treat with hospitality or kindness, entertain hospitably : τοὺς ἐν μεγάροισι φίλησα Il. 3.207. Cf. Il. 6.15, Il. 13.627 : τίς ἂν φιλέοντι μάχοιτο; (his host) Od. 8.208. Cf. Od. 1.123, Od. 4.29, Od. 5.135, Od. 7.33, Od. 8.42, Od. 12.450, etc.
- 5
To take pleasure in, view with complacency or approval, love : σχέτλια ἔργα Od. 14.83.
- 1
- 1love φιλεῖ δέ μιν Παλλὰς αἰεὶ καὶ Ζεὺς πατήρ, μάλα φιλεῖ δὲ παῖς ὁ κισσοφόρος O. 2.26 — 7. θεὸς κλυτὰν αἶσαν παρέχοι φιλέων O. 6.102 ὅσσα δὲ μὴ πεφίληκε Ζεύς, ἀτύζονται P. 1.13 Δάλοιʼ ἀνάσσων Φοῖβε, Παρνασσοῦ τε κράναν Κασταλίαν φιλέων P. 1.39 Κινύραν τὸν ὁ χρυσοχαῖτα προφρόνως ἐφίλησʼ Ἀπόλλων P. 2.16 φίλον εἴη φιλεῖν P. 2.83 φιλεῖν δὲ Κάρρωτον ἔξοχʼ ἑταίρων P. 5.26 ἁ μὲν οὔθʼ ἱστῶν παλιμβάμους ἐφίλησεν ὁδούς P. 9.18 Θώρακος, ὅσπερ ἐμὰν ποιπνύων χάριν τόδʼ ἔζευξεν ἅρμα Πιερίδων τετράορον, φιλέων φιλέοντʼ ἄγων ἄγοντα προφρόνως P. 10.66 ἀεθλονικία δὲ μάλιστʼ ἀοιδὰν φιλεῖ N. 3.7 ἐξύφαινε μέλος πεφιλημένον N. 4.45 μείς τʼ ἐπιχώριος, ὃν φίλησʼ Ἀπόλλων N. 5.44 φαῖμέν κε γείτονʼ ἔμμεναι νόῳ φιλήσαντʼ ἀτενέι γείτονι χάρμα πάντων ἐπάξιον N. 7.88 ἡσυχία δὲ φιλεῖ μὲν συμπόσιον N. 9.48 φιλέων δʼ ἂν εὐχοίμαν (as a friend: v. Barrett on Eur., Hipp. 1102 App.) Παρθ. 1. 11. ἀλλὰ δίκας ὁδοὺς π[ισ]τὰς ἐφίλη[σ.]ν (-ε]ν G-H, -α]ν Puech) Παρθ. 2. 65. c. inf., εἴπερ τι φιλεῖς ἀκοὰν ἁδεῖαν ἀεὶ κλύειν P. 1.90 ἅλικες οἶα παρθένοι φιλέοισιν ἑταῖραι ἑσπερίαις ὑποκουρίζεσθʼ ἀοιδαῖς P. 3.18 μεγάλων δʼ ἀέθλων Μοῖσα μεμνᾶσθαι φιλεῖ N. 1.12 φιλει[ Pae. 6.67
Strong 5368
1. to love (with the love of emotion and friendship, Lat,
2. to kiss: c. acc. pers., Mt 26:48, Mk 14:44, Lk 22:47 (cf. κατα-φιλέω).†
- Ito love, regard with affection, Lat. diligere, Hom., etc.; φ. τινὰ φιλότητα to feel affection for him, Od.; to love and cherish as oneʼs wife, Hom.:—the Epic aor1 mid. in act. sense, Il.
- 2to treat affectionately or kindly, to welcome a guest, Hom.:—Pass., παρʼ ἄμμι φιλήσεαι welcome shalt thou be in our house, Od.
- 3to kiss, Aesch., etc.; c. dupl. acc., τὸ φίλαμα, τὸ τὸν Ἄδωνιν φίλασεν the kiss wherewith she kissed him, Mosch.:—Mid. to kiss one another, Hdt.
- 4of things, to love, like, approve, Od., Soph.
- IIc. inf. to love to do, be fond of doing, and so to be wont or used to do, Hdt., Trag.
- 2of things, events, αὔρα φιλέει πνέειν Hdt.; φιλεῖ μέγαλα στρατόπεδα ἐκπλήγνυσθαι great armies are apt to be seized with panic, Thuc.; πάντα ἀνθρώποισι φιλέει γίγνεσθαι everything comes to man by experience, Hdt.; and without γίγνεσθαι, οἷα δὴ φιλεῖ as is wont, Plat.; also impers., ὡς δὴ φιλεῖ as it is usual, Lat. ut solet, Plut.
-
…ὄντας, κἂν μὴ δοκῶσι, καὶ ἐχθροὺς ὡσαύτως ; εἰκὸς μέν, ἔφη, οὓς ἄν τις ἡγῆται χρηστοὺς φιλεῖν, οὓς δʼ ἂν πονηροὺς μισεῖν. ἆρʼ οὖν οὐχ ἁμαρτάνουσιν οἱ ἄνθρωποι περὶ τοῦτο, ὥστε δοκεῖν αὐτοῖς πολλοὺς…
Plato, Republic
-
…εἶπον, ἐπὶ τούτοις ἀφίοιτε, εἴποιμʼ ἂν ὑμῖν ὅτι ἐγὼ ὑμᾶς, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἀσπάζομαι μὲν καὶ φιλῶ, πείσομαι δὲ μᾶλλον τῷ θεῷ ἢ ὑμῖν, καὶ ἕωσπερ ἂν ἐμπνέω καὶ οἷός τε ὦ, οὐ μὴ…
Plato, Apology
-
…δὲ τοὺς ἐκείνοις ἐχθίστους εἵλοντο, ἡγούμενοι δικαίως ἂν ὑπὸ τῶν αὐτῶν τούς τε τριάκοντα μισεῖσθαι καὶ τοὺς ἐν Πειραιεῖ φιλεῖσθαι. τούτων τοίνυν Φείδων ὁ τῶν τριάκοντα γενόμενος καὶ Ἱπποκλῆς καὶ Ἐπιχάρης ὁ Λαμπτρεὺς καὶ ἕτεροι οἱ δοκοῦντες εἶναι ἐναντιώτατοι…
Lysias, Speeches
-
…κούροισιν μὲν ταῦτʼ ἐπιτέλλομαι · αὐτὰρ οἱ ἄλλοι σκηπτοῦχοι βασιλῆες ἐμὰ πρὸς δώματα καλὰ ἔρχεσθʼ, ὄφρα ξεῖνον ἐνὶ μεγάροισι φιλέωμεν, μηδέ τις ἀρνείσθω. καλέσασθε δὲ θεῖον ἀοιδὸν Δημόδοκον · τῷ γάρ ῥα θεὸς πέρι δῶκεν ἀοιδὴν τέρπειν ,…
Homer, Odyssey
-
…καὶ γνῶναι ἐλευθερίαν μέν, ἢν ἀντιλαμβανόμενοι αὐτῆς διασώσωμεν, ῥᾳδίως ταῦτα ἀναληψομένην, ἄλλων δὲ ὑπακούσασι καὶ τὰ προκεκτημένα φιλεῖν ἐλασσοῦσθαι, τῶν τε πατέρων μὴ χείρους κατʼ ἀμφότερα φανῆναι, οἳ μετὰ πόνων καὶ οὐ παρʼ ἄλλων δεξάμενοι κατέσχον…
Thucydides, The Peloponnesian War
-
…γὰρ ἔργον μετὰ μὲν πλείονα τίκτει, σφετέρᾳ δʼ εἰκότα γέννᾳ. οἴκων δʼ ἄρʼ εὐθυδίκων καλλίπαις πότμος αἰεί. φιλεῖ δὲ τίκτειν Ὕβρις μὲν παλαιὰ νεά ζουσαν ἐν κακοῖς βροτῶν ὕβριν τότʼ ἢ τόθʼ, ὅτε τὸ κύρ ιον μόλῃ…
Aeschylus, Agamemnon
-
…φρεσὶ πάντʼ εὖ οἶδας · πρῶτος γάρ, Διὸς υἱέ, μετʼ ἀθανάτοισι θαάσσεις, ἠύς τε κρατερός τε · φιλεῖ δέ σε μητίετα Ζεὺς ἐκ πάσης ὁσίης, ἔπορεν δέ τοι ἀγλαὰ δῶρα. καὶ τιμάς σὲ δέ φασι δαήμεναι…
NA, Homeric Hymns
-
…οὐδʼ ὅταν θάνῃ, φίλος. οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν. κάτω νυν ἐλθοῦσʼ, εἰ φιλητέον, φίλει κείνους · ἐμοῦ δὲ ζῶντος οὐκ ἄρξει γυνή. καὶ μὴν πρὸ πυλῶν ἥδʼ Ἰσμήνη, φιλάδελφα κάτω δάκρυʼ εἰβομένη…
Sophocles, Antigone
-
…δʼ ἐκ κολεοῖο μέγα ξίφος, ἦλθε δʼ Ἀθήνη οὐρανόθεν · πρὸ γὰρ ἧκε θεὰ λευκώλενος Ἥρη ἄμφω ὁμῶς θυμῷ φιλέουσά τε κηδομένη τε · στῆ δʼ ὄπιθεν, ξανθῆς δὲ κόμης ἕλε Πηλεΐωνα οἴῳ φαινομένη · τῶν δʼ ἄλλων οὔ…
Homer, Iliad
-
…πιλνᾷς ; ἔνθα γυναῖκες ἀνὰ μέγαρα σκιόεντα τηλίκαι, ὡς σύ περ ὧδε καὶ ὁπλότεραι γεγάασιν, αἵ κέ σε φίλωνται ἠμὲν ἔπει ἠδὲ καὶ ἔργῳ. ὣς ἔφαθʼ · ἣ δʼ ἐπέεσσιν ἀμείβετο πότνα θεάων · τέκνα φίλʼ, αἵ…
NA, Homeric Hymns