φορτικός
φορτικός, coarse, vulgar, tiresome
Could not find φορτικώτατον in Logeion dictionaries.
φορτικώτατον masculine accusative singular superlative, neuter accusative singular superlative, neuter nominative singular superlative, neuter vocative singular superlative of φορτικός
- fit for carrying, πλοῖον φ. a ship of burden, D.C. 56.27, v.l. in Th. 6.88.
- II of the nature of a burden: metaph. (cf. φόρτος II), tiresome, wearisome, τὸ λέγειν . . φ. καὶ ἐπαχθές D. 5.4; τοῖς συνοῦσι φ. Plu. Cohib. 2.456e, cf. Aud. 44a, etc.; φ. ἀκολούθων ὄχλῳ because of the crowd . ., Luc. Nigr. 13; -ωτάτη λειτουργία most onerous, POxy. 904.9 (v A. D.).
- 2 coarse, vulgar, common, ἄνδρες Ar. Nu. 524; opp. πεπαιδευμένος, Arist. Pol. 1342a20; οἱ πολλοὶ καὶ -ώτατοι, opp. οἱ χαρίεντες, Id. EN 1095b16; βωμολόχοι καὶ φ. ib. 1128a5; φ. καὶ νεόπλουτος Plu. QConv. 2.708c.
- b of things, φ. κωμῳδία a vulgar, low comedy, Ar. V. 66, cf. Pl. Phdr. 236c; φ. τὸ χωρίον Ar. Lys. 1218; φ. γέλως Com.Adesp. 644; δίαιτα -ωτέρα καὶ ἀφιλόσοφος Pl. Phdr. 256b; ἡδονὴ φ. Id. R. 581d; φ. καὶ δημηγορικά base, low arguments, ad captandum vulgus, Id. Grg. 482e; φ. μὲν καὶ δικανικά, ἀληθῆ δέ Id. Ap. 32a; τῷ φ. προσχρῆσθαι Id. Cra. 435c; -ώτερόν τι ἐρήσομαι Id. Euthd. 286e; φ. ἔπαινος Arist. EN 1178b16; ἡ <πρὸς> ἅπαντα μιμουμένη [τέχνη] φορτική art that imitates with a view to any and every man is vulgar, Id. Po. 1462a4; λέγω οὐ τοῦ φ. ἕνεκα I do not say it out of vulgar arrogance, Aeschin. 1.41; of an inflated rhetorical style, φ. κατασκευή D.H. Lys. 3; τὸ φ. τῆς λέξεως vulgarity of style, Id. Th. 27; τὸ φ. καὶ στρατιωτικόν, of the speeches of Iphicrates, Id. Lys. 12; τὸ φ. τῶν μέτρων Luc. JTr. 14.
- 3 Adv. -ικῶς coarsely, vulgarly, σκοπεῖν Pl. Tht. 183e, cf. R. 367a; φ. ἐπαινεῖν ib. 528e; φ. καὶ χύδην λέγειν Isoc. 12.24; φ. πολιτεύεσθαι Id. 7.53; φ. καὶ σοβαρῶς Plu. QConv. 2.634c; -ώτερον ἢ φιλοσοφώτερον διαλέγεσθαι to discourse more like a clown than one of liberal education, Id. Sol. 3.
1. vracht-:
2. vulgair, gewoon, banaal, grof,
2) gew. von Menschen, lästig, beschwerlich ; φορτικὸς ἀκολούθων ὄχλῳ Luc. Nigr. 13, vgl. 22 ; der sich durch Betragen, Gebehrden, Reden unangenehm macht, durch Grobheit zur Last fällt, grob u. plump, wie ein Lastträger, zudringlich u. übh. gemein, pöbelhaft, bes. bei Sp. häufig ; καὶ βωμολόχος Arist. eth. Eud. 3.7. – Auch von Sachen, gemein, eines freien und gebildeten Mannes unwürdig ; κωμῳδία Ar. Vesp. 66 ; χωρίον Lys. 1218 ; τέχναι, σοφίαι, wie βάναυσοι, Plat. Theaet. 176c ; Arist. Eudem. 1.4 nennt φορτικὰς τέχνας τὰς πρὸς δόξαν μόνον πραγματευομένας ; ἵνα μὴ τὸ τῶν κωμῳδῶν φορτικὸν πρᾶγμα ἀναγκαζώμεθα ποιεῖν Plat. Phaedr. 236c ; ἐὰν διαίτῃ φορτικωτέρᾳ τε καὶ ἀφιλοσόφῳ χρήσωνται 256b ; καὶ ἐπαχθές Dem. 5.4 ; – φορτικὸν καὶ ναυτικὸν ὄρχημα, ein roher, plumper Matrosentanz ; – φορτικώτερον τὸ ῥηθησόμενον Dem. 24.104 ; λέγω οὐ τοῦ φορτικοῦ ἕνεκα, ich sage es nicht, um lästig zu werden, oder mich übermütig über ihn zu erheben, Aeschin. 1.41 ; ἔπαινος Arist. eth. 10.8 ; φορτικῶς, ungebührlich, ἐπαινεῖν Plat. Rep. VII.528e, u. öfter ; καὶ χύδην λέγειν Isocr. 12.24 ; διαλέγομαι Luc. Tim. 3 ; εἰ μὴ φορτικὸν εἰπεῖν Pisc. 5 ; Alex. 20 φορτικώτερον ἢ φιλοσοφώτερον διαλέγεσθαι περί τινος, mehr nach Art des gemeinen, rohen Haufens, als eines wissenschaftlich Gebildeten über Etwas sprechen ; ἀνόητος καὶ φορτικός Plut. Alc. 3 l.
- 1of the nature of a burden: metaph. (cf. φόρτος II) burdensome, wearisome, Dem., Luc.
- 2coarse, vulgar, common, Ar., Plat.; of arguments, low, vulgar, ad captandum vulgus, Plat.; τοῦ φορτικοῦ ἕνεκα out of vulgar arrogance, Aeschin.: —adv. φορτικῶς, coarsely, vulgarly, like a clown, Plat., etc.
-
…οὐδʼ ἂν ἑνὶ ὑπεικάθοιμι παρὰ τὸ δίκαιον δείσας θάνατον, μὴ ὑπείκων δὲ ἀλλὰ κἂν ἀπολοίμην. ἐρῶ δὲ ὑμῖν φορτικὰ μὲν καὶ δικανικά, ἀληθῆ δέ. ἐγὼ γάρ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἄλλην μὲν ἀρχὴν οὐδεμίαν πώποτε ἦρξα…
Plato, Apology
-
…ὅθεν παρεξέβημεν. τὸ γὰρ ἀγαθὸν καὶ τὴν εὐδαιμονίαν οὐκ ἀλόγως ἐοίκασιν ἐκ τῶν βίων ὑπολαμβάνειν οἱ μὲν πολλοὶ καὶ φορτικώτατοι τὴν ἡδονήν · διὸ καὶ τὸν βίον ἀγαπῶσι τὸν ἀπολαυστικόν. τρεῖς γάρ εἰσι μάλιστα οἱ προύχοντες, ὅ τε…
Aristotle, Nicomachean Ethics
-
…πράττει · οὐχ οὕτω λέγετε ; πάνυ γʼ, ἔφη. τοῦτό ἐστιν ἤδη, ἦν δʼ ἐγώ, τὸ φορτικὸν ἐρώτημα. εἰ γὰρ μὴ ἁμαρτάνομεν μήτε πράττοντες μήτε λέγοντες μήτε διανοούμενοι, ὑμεῖς, ὦ πρὸς Διός, εἰ…
Plato, Euthydemus
-
…. εἰκός, ἦ δʼ ὅς. καὶ ὅ γε νυνδή μοι, ὦ Σώκρατες, ἐπέπληξας περὶ ἀστρονομίας ὡς φορτικῶς ἐπαινοῦντι, νῦν ᾗ σὺ μετέρχῃ ἐπαινῶ · παντὶ γάρ μοι δοκεῖ δῆλον ὅτι αὕτη γε ἀναγκάζει ψυχὴν εἰς τὸ…
Plato, Republic
-
…δὴ οὖν οὐ πείσεσθαι ; Μέλισσον μὲν καὶ τοὺς ἄλλους, οἳ ἓν ἑστὸς λέγουσι τὸ πᾶν, αἰσχυνόμενος μὴ φορτικῶς σκοπῶμεν, ἧττον αἰσχύνομαι ἢ ἕνα ὄντα Παρμενίδην. Παρμενίδης δέ μοι φαίνεται, τὸ τοῦ Ὁμήρου, αἰδοῖός τέ…
Plato, Theaetetus
-
…τὰ σοφὰ ταῦτα καὶ τὰ εὖ ἔχοντα οὐ πάνυ τι μανθάνω, ἀλλὰ παχέως πως ἐννοῶ. ἴσως μὲν οὖν φορτικώτερόν τι ἐρήσομαι, ἀλλὰ συγγίγνωσκε. ὅρα δέ · εἰ γὰρ μήτε ψεύδεσθαι ἔστιν μήτε ψευδῆ δοξάζειν μήτε ἀμαθῆ εἶναι…
Plato, Euthydemus
-
…δὲ ἄγνοια ἀμαθία καὶ κακία ἐναργής · αἱ δʼ ἄλλαι δεινότητές τε δοκοῦσαι καὶ σοφίαι ἐν μὲν πολιτικαῖς δυναστείαις γιγνόμεναι φορτικαί, ἐν δὲ τέχναις βάναυσοι. τῷ οὖν ἀδικοῦντι καὶ ἀνόσια λέγοντι ἢ πράττοντι μακρῷ ἄριστʼ ἔχει τὸ μὴ συγχωρεῖν…
Plato, Theaetetus
-
…ὧδε γάρ, ἦν δʼ ἐγώ, παντάπασιν ἂν βεβαιωσαίμεθα εἴ τι ἡμῶν ἔτι ἐν τῇ ψυχῇ ἀμφισβητεῖ, τὰ φορτικὰ αὐτῷ προσφέροντες. ποῖα δή ; οἷον εἰ δέοι ἡμᾶς ἀνομολογεῖσθαι περί τε ἐκείνης τῆς πόλεως καὶ τοῦ ἐκείνῃ ὁμοίως…
Plato, Republic
-
…τι καθορᾶν πιθανώτερον τούτου τοῖς ἀμφὶ Εὐθύφρονα. τούτου μὲν γάρ, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, καταφρονήσαιεν ἂν καὶ ἡγήσαιντο φορτικὸν εἶναι · τόδε δὲ σκόπει ἐὰν ἄρα καὶ σοὶ ἀρέσῃ. λέγε μόνον. τὴν φύσιν παντὸς τοῦ σώματος ,…
Plato, Cratylus
-
…τοῖς λόγοις ἐπεστομίσθη, αἰσχυνθεὶς ἃ ἐνόει εἰπεῖν. σὺ γὰρ τῷ ὄντι, ὦ Σώκρατες, εἰς τοιαῦτα ἄγεις φορτικὰ καὶ δημηγορικά, φάσκων τὴν ἀλήθειαν διώκειν, ἃ φύσει μὲν οὐκ ἔστιν καλά, νόμῳ δέ. ὡς τὰ…
Plato, Gorgias