φυρτήτης
φυρτήτης, mixed, kneaded up
φυρτήτης (leg. -ίτης) · οἶνος, Hsch. φυρτίζεσθαι· τὸ παίζειν συνεστραμμένοις φυροῖς τοῖς ἱματίοις, Id. φυρτός, ή, όν,
- mixed, kneaded up, Id.
φυρτήτης, mixed, kneaded up