ἀναπέτομαι
ἀναπέτομαι, to fly up, fly away
Could not find ἀνέπτης in Logeion dictionaries.
ἀνέπτης Verb: aorist active indicative 2nd singular of ἀναπέτομαι
- fly up, fly away, ἢν . . ἀναπτῆσθε ἐς τὸν οὐρανόν Hdt. 4.132, cf. 5.55; οἰχήσονται ἀναπτόμενοι Antipho Fr. 58; αἰθερία δʼ ἀνέπτα E. Med. 440; ἀνʼ ὑγρὸν ἀμπταίην αἰθέρα Id. Ion 796; ἀναπέτομαι δὴ πρὸς Ὄλυμπον Anacr. 24 = Ar. Av. 1372, cf. 35, Lys. 774; εἰ . . πτηνὸς γενόμενος ἀνάπτοιτο Pl. Phd. 109e; εἰς τὸν οὐρανὸν ἀναπτήσῃ Id. Lg. 905a, cf. Aeschin. 3.209; hurry off, Luc. Alex. 30: metaph., ἀμπτάμενα φροῦδα πάντα κεῖται E. Andr. 1219.
- 2 metaph., to be on the wing, περιχαρὴς δʼ ἀνεπτάμαν S. Aj. 693; ἀνέπταν φόβῳ Id. Ant. 1307.—Cf. ἀνίπταμαι.
1 remontarse, alzar el vuelo
ἐς τὸν οὐρανόν
ἀν' ὑγρὸν ἀμπταίην αἰθέρα
πτηνὸς γενόμενος ἀνάπτοιτο
ἢν ... ἀνάπτωνται πτερύγεσσιν ἐξ ἱεροῦ ναοῖο χελιδόνες
εἰς τὸ πέλαγος
• fig. del poeta
ἀναπέτομαι δὴ πρὸς Ὄλυμπον
2 fig. volar, correr mucho
περιχαρὴς δ' ἀνεπτάμαν
ἀνέπταν φόβῳ
ἀμπτάμενα φροῦδα πάντα
ἐκ τῆς πατρίδος ἀμφοῖν τοῖν ποδοῖν
- 1to fly up, fly away, Hdt., etc.
- 2metaph. to be on the wing, ἀνεπτόμαν Soph.; ἀνέπταν φόβωι Soph.