ἀναπειστήριος
ἀναπειστήριος, persuasive
ἀναπειστήριος, α, ον,
- persuasive, χαύνωσις Ar. Nu. 875.
persuasivo
χαύνωσις
ἀναπειστήριος, α, ον, persuasif, Ar. Nub. 875.
Étym. ἀναπείθω.
ἀναπειστήριος, überredend, fem. ἀναπειστηρία χαύνωσις Ar. Nub. 865.
ἀναπειστήριος
ἀναπείθω
- persuasive, Ar.